Συνταγματική αναθεώρηση: Απορρίφθηκε η διακήρυξη της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους

Χάρη στην ψήφο δύο βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ δεν εγκρίθηκε η διακήρυξη του ουδετερόθρησκου του κράτους στην συνταγματική αναθεώρηση. Η Νίνα Κασιμάτη και ο Γιάννης Μιχελογιαννάκης δεν ψήφισαν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του άρθρου 3 παρ. 1. προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.
Το άρθρο έπρεπε να συγκεντρώσει 151 ψήφους για να πάει και στην δεύτερη ψηφοφορία η οποία θα διεξαχθεί τον Μάρτιο. Σημειώνεται ότι την συγκεκριμένη πρόταση δεν ψήφισε ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε το ΚΚΕ. Επισημαίνεται ότι όλες οι άλλες αλλαγές που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ στο άρθρο 3 υπερψηφίσθηκαν και ότι στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος οι βουλευτές ψηφίζουν κατά συνείδηση. Παραμένει άγνωστο αν θα υπάρξουν αντιδράσεις από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κατά των δύο βουλευτών καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία είναι στις 151 έδρες.
Με βάση την πρόταση του άρθρου 3 ο ΣΥΡΙΖΑ πρότασσε την διακήρυξη ότι η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη και ακολουθούσε η αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Για την οποία διευκρινίζεται περιγραφικά, για ιστορικούς λόγους, ότι είναι δογματικά ενωμένη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τις άλλες ορθόδοξες εκκλησία, τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση, είναι αυτοκέφαλη και διοικείται σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της, τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 και τη Συνοδική Πράξη του 1928. Διευκρινίζεται επίσης ότι δεν θίγεται το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κρήτης και των Δωδεκανήσων.
Κατά τα λοιπά, από τη διάταξη απαλείφονται οι θεολογικού χαρακτήρα αναφορές, όπως και η αναφορά στα όργανα διοίκησης της Εκκλησίας, ως ασύμβατες με την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας, και καταργείται η σημερινή παράγραφος 3 σχετικά με το κείμενο της Αγίας Γραφής.
Το άρθρο συμπληρώνεται από ερμηνευτική δήλωση, με την οποία διευκρινίζεται ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» δεν αποτελεί αναγνώριση επίσημης κρατικής θρησκείας και, κυρίως, δεν συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες σε βάρος άλλων θρησκευμάτων και γενικότερα στην απόλαυση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.









