Spitogatos και ΔΝΤ συνεργάζονται για την ανάλυση των προκλήσεων στη στεγαστική αγορά της Ελλάδας

Τα δεδομένα της πλατφόρμας αξιοποιήθηκαν από τους οικονομολόγους του ΔΝΤ για την ανάλυση των δομικών ανισορροπιών που χαρακτηρίζουν την αγορά κατοικίας στη χώρα.
Συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ανέπτυξε το Spitogatos, η Νο. 1 πλατφόρμα αγγελιών ακινήτων στην Ελλάδα, συμβάλλοντας με τα δεδομένα του στην εκπόνηση της έκθεσης «Inside Greece's Housing Affordability Paradoxes», η οποία εξετάζει τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική στεγαστική αγορά.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, τα δεδομένα της πλατφόρμας αξιοποιήθηκαν από τους οικονομολόγους του ΔΝΤ για την ανάλυση των δομικών ανισορροπιών που χαρακτηρίζουν την αγορά κατοικίας στη χώρα, καλύπτοντας ζητήματα όπως οι περιφερειακές αποκλίσεις στις τιμές, οι αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, καθώς και οι επιπτώσεις των βραχυχρόνιων μισθώσεων στη στεγαστική προσιτότητα.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς έλλειψη κατοικιών, αλλά ένα πιο σύνθετο πρόβλημα κατανομής του διαθέσιμου στεγαστικού αποθέματος. Παρά το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κατοικιών ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πιέσεις στη στεγαστική προσιτότητα παραμένουν έντονες και συνεχίζουν να αυξάνονται.
Όπως αναφέρεται στην ανάλυση του ΔΝΤ, οι ζητούμενες τιμές κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85% από το 2016, όταν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 47% την ίδια περίοδο. Ως αποτέλεσμα, το 2025 το διάμεσο στεγαστικό κόστος ξεπέρασε το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ περίπου δύο στα πέντε νοικοκυριά δαπανούν πλέον περισσότερο από το 40% των εισοδημάτων τους για τη στέγαση.
Τα στοιχεία του Spitogatos καταγράφουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στις ζητούμενες τιμές ανά περιοχή, με την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς να εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα επίπεδα τιμών σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης σημαντικές αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Παρά την αύξηση των διαθέσιμων καταχωρίσεων, ο μέσος χρόνος παραμονής ενός ακινήτου στην αγορά διαμορφώνεται στους οκτώ μήνες για τις πωλήσεις και στους έξι μήνες για τις ενοικιάσεις. Την ίδια στιγμή, το 55% των ακινήτων που προσφέρονται προς πώληση έχουν τιμή άνω των 200.000 ευρώ, επίπεδο που παραμένει απρόσιτο για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών.
Στην αγορά ενοικίασης, η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται στα 575 ευρώ μηνιαίως σε εθνικό επίπεδο και στα 785 ευρώ στην Αττική. Παράλληλα, σημαντικές αναντιστοιχίες καταγράφονται και στα χαρακτηριστικά των διαθέσιμων κατοικιών. Ένα στα τρία ακίνητα που διατίθενται προς πώληση έχει επιφάνεια άνω των 120 τ.μ., ενώ η ζήτηση στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε μικρότερες κατοικίες. Αντίστοιχα, στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη μόλις το 30% των διαθέσιμων κατοικιών προς ενοικίαση είναι μικρότερο από 60 τ.μ., έναντι περίπου 55% στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ταχεία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι σχετικές καταχωρίσεις αυξήθηκαν κατά 240% την περίοδο 2017-2024, φτάνοντας τις 230.000, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας. Η ανάλυση του ΔΝΤ, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα του Spitogatos, του ΙΝΣΕΤΕ και της ΕΛΣΤΑΤ, διαπίστωσε ότι η υψηλή συγκέντρωση βραχυχρόνιων μισθώσεων συνδέεται με υψηλότερες τιμές κατοικιών και περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση σε περιοχές με αυξημένη ζήτηση.
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει την ενεργειακή αναποτελεσματικότητα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος, σημειώνοντας ότι οι κατοικίες στην Ελλάδα καταναλώνουν περίπου 65% περισσότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο σε σύγκριση με τις αντίστοιχες στην Πορτογαλία, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το συνολικό κόστος στέγασης.
Με βάση τα ευρήματα της μελέτης, το ΔΝΤ προτείνει ένα πλέγμα παρεμβάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας της στεγαστικής αγοράς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μεταρρύθμιση του πλαισίου για την εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησία, η εφαρμογή στοχευμένων περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, η ενίσχυση της κοινωνικής και προσιτής στέγασης, καθώς και η αύξηση της παραγωγικότητας του κατασκευαστικού κλάδου ώστε να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού.
Το κείμενο είναι έτοιμο για δημοσίευση σε οικονομικό ή επιχειρηματικό μέσο ενημέρωσης.






