Επίμονες προκλήσεις για πληθωρισμό, παραγωγικότητα και στέγαση βλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος

Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1,9% το 2026 και το 2027 και κατά 2% το 2028.
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγράψει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η αργή μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου, οι δημογραφικές πιέσεις, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, η χαμηλή αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή στέγη παραμένουν στο επίκεντρο των προκλήσεων για την ελληνική οικονομία.
Στην έκθεσή της για τη Νομισματική Πολιτική, η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή ανέκοψε την αναμενόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κατά τους πρώτους μήνες του 2026. Η ραγδαία άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας οδήγησε τον πληθωρισμό στο 4,9% τον Μάιο από 3,1% τον Φεβρουάριο, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος αναμένεται να συνεχίσει να επηρεάζει τόσο τις τιμές των υπηρεσιών όσο και των βιομηχανικών αγαθών, ενώ οι τιμές των τροφίμων εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα λόγω των επιβαρύνσεων στην παραγωγή και τη μεταφορά.
Η ΤτΕ υπογραμμίζει επίσης ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή εξάρτηση, το επίμονα υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης, καθώς και το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους. Επιπλέον, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει ένα ευρύ πλέγμα μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων με στόχο τη μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό, εξωστρεφές, καινοτόμο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο. Κεντρικές προτεραιότητες θεωρούνται η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και η ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, ώστε να βελτιωθεί το επενδυτικό περιβάλλον της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς όπως η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία, οι εξωστρεφείς υπηρεσίες και οι τεχνολογίες αιχμής. Παράλληλα, κρίσιμη θεωρείται η ενίσχυση των επενδύσεων σε άυλο κεφάλαιο, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές.
Σημαντική θέση στις προτάσεις της ΤτΕ κατέχει και η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Η κεντρική τράπεζα υποστηρίζει ότι απαιτείται αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω ταχύτερων αδειοδοτήσεων, αξιοποίησης αδρανών ακινήτων, ενίσχυσης των επενδύσεων σε κατοικίες και ανάπτυξης πολιτικών προσιτής και κοινωνικής στέγασης. Η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία αναγνωρίζεται ως βασικός παράγοντας κοινωνικής συνοχής και οικονομικής σταθερότητας.
Ανάπτυξη 1,9% το 2026
Παρά τις προκλήσεις, οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος παραμένουν θετικές. Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1,9% το 2026 και το 2027 και κατά 2% το 2028. Η ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026 και να αποκλιμακωθεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια. Θετική εικόνα παρουσιάζει και ο τραπεζικός τομέας, με ισχυρή κερδοφορία, υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού. Παράλληλα, σημαντικό μέρος των νέων επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων συνδέεται με χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του Ταμείου Ανάκαμψης, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταλήγει ότι η διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, αποτελεί προϋπόθεση για τη μετάβαση της χώρας σε ένα πιο ανταγωνιστικό και βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο τα επόμενα χρόνια.






