Πέθανε ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο ισχυρός κεντρικός τραπεζίτης που σημάδεψε την αμερικανική οικονομία για σχεδόν δύο δεκαετίες

Ο Γκρίνσπαν υπήρξε πρόεδρος της Federal Reserve από το 1987 έως το 2006, υπηρετώντας υπό τέσσερις προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών: τον Ρόναλντ Ρίγκαν, τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, τον Μπιλ Κλίντον και τον Τζορτζ Γ. Μπους.
Ο Άλαν Γκρίνσπαν, ένας από τους πιο επιδραστικούς οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα, πέθανε τη Δευτέρα σε ηλικία 100 ετών. Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε η σύζυγός του, δημοσιογράφος Αντρέα Μίτσελ, αναφέροντας ότι ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον. Ο Γκρίνσπαν υπήρξε πρόεδρος της Federal Reserve από το 1987 έως το 2006, υπηρετώντας υπό τέσσερις προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών: τον Ρόναλντ Ρίγκαν, τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, τον Μπιλ Κλίντον και τον Τζορτζ Γ. Μπους. Η θητεία του, διάρκειας σχεδόν 19 ετών, τον κατέστησε μία από τις μακροβιότερες και πιο αναγνωρίσιμες μορφές στην ιστορία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.
Η παρουσία του στην κορυφή της Fed συνέπεσε με μια περίοδο μεγάλων μεταβολών για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι ΗΠΑ γνώρισαν ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, χαμηλό πληθωρισμό και θεαματική άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών. Η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως «Μεγάλη Μετριοπάθεια», καθώς χαρακτηρίστηκε από σχετική σταθερότητα στην οικονομική δραστηριότητα και περιορισμένες διακυμάνσεις στον πληθωρισμό.
Ωστόσο, η εποχή Γκρίνσπαν δεν ήταν απαλλαγμένη από κρίσεις. Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Wall Street βρέθηκε αντιμέτωπη με το κραχ του Οκτωβρίου 1987, μία από τις μεγαλύτερες ημερήσιες πτώσεις στην ιστορία των αμερικανικών αγορών. Η Fed, υπό την ηγεσία του, κινήθηκε γρήγορα για να καθησυχάσει τις αγορές και να διασφαλίσει τη ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μια παρέμβαση που ενίσχυσε τη φήμη του ως αποφασιστικού διαχειριστή κρίσεων.
Στη δεκαετία του 1990, ο Γκρίνσπαν βρέθηκε στο επίκεντρο της εκρηκτικής ανόδου των μετοχών τεχνολογίας και της ευφορίας γύρω από το διαδίκτυο. Το 1996 χρησιμοποίησε τη φράση «παράλογη ευφορία» για να περιγράψει την υπερβολική αισιοδοξία των επενδυτών και τον κίνδυνο δημιουργίας χρηματιστηριακών φουσκών. Η φράση αυτή έμεινε στην οικονομική ιστορία και συνδέθηκε με την περίοδο που προηγήθηκε της κατάρρευσης της dot-com φούσκας στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Παρά την αναγνώριση που απολάμβανε για μεγάλο μέρος της θητείας του, η υστεροφημία του Γκρίνσπαν έγινε πιο σύνθετη μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Αν και είχε αποχωρήσει από τη Fed στις αρχές του 2006, επικριτές του υποστήριξαν ότι οι πολιτικές χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησε τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλαν στη δημιουργία της στεγαστικής φούσκας και στην υπερβολική ανάληψη κινδύνου από τράπεζες, επενδυτές και νοικοκυριά. Ιδιαίτερη κριτική δέχθηκε και για την εμπιστοσύνη του στην ικανότητα των αγορών να αυτορρυθμίζονται. Μετά την κρίση, πολλοί αναλυτές υποστήριξαν ότι η Fed επί των ημερών του δεν παρενέβη επαρκώς για να περιορίσει την υπερβολική μόχλευση, την επέκταση των επισφαλών στεγαστικών δανείων και τις πρακτικές που οδήγησαν στη βαθιά αποσταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ο ίδιος ο Γκρίνσπαν υπερασπίστηκε επανειλημμένα τις επιλογές του. Υποστήριζε ότι είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους στην αγορά στεγαστικών δανείων και ότι μέρος της κριτικής που του ασκήθηκε μετά το 2008 βασιζόταν σε μεταγενέστερη και επιλεκτική ανάγνωση των γεγονότων. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι οι οικονομικές προβλέψεις συχνά υποτιμούν τον ρόλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της ευφορίας και του φόβου στις αγορές.
Ο Γκρίνσπαν ήταν επίσης γνωστός για τον ιδιαίτερο, συχνά αινιγματικό τρόπο δημόσιας έκφρασης. Οι δηλώσεις του παρακολουθούνταν με εξαιρετική προσοχή από αγορές, πολιτικούς, οικονομολόγους και δημοσιογράφους, καθώς ακόμη και μια μικρή αλλαγή στη διατύπωσή του μπορούσε να επηρεάσει τις προσδοκίες για τα επιτόκια και την πορεία της οικονομίας. Η λεγόμενη «γλώσσα Γκρίνσπαν» έγινε συνώνυμη της προσεκτικής, πολύπλοκης και συχνά δυσνόητης επικοινωνίας των κεντρικών τραπεζιτών. Την ίδια ώρα, ο πρώην πρόεδρος της Fed υποστήριξε την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας από τις κεντρικές τράπεζες. Θεωρούσε ότι οι αγορές δεν πρέπει να αιφνιδιάζονται χωρίς λόγο και ότι η σαφέστερη επικοινωνία της νομισματικής πολιτικής μπορεί να συμβάλει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ο Άλαν Γκρίνσπαν γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 6 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του ήταν χρηματιστής και η μητέρα του νοικοκυρά. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τις οικονομικές δυσκολίες που ακολούθησαν το κραχ του 1929 και τη Μεγάλη Ύφεση, γεγονότα που επηρέασαν μια ολόκληρη γενιά Αμερικανών και διαμόρφωσαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον του για την οικονομία.
Στην πορεία της καριέρας του, ο Γκρίνσπαν εξελίχθηκε από οικονομικός σύμβουλος και αναλυτής σε μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της διεθνούς οικονομικής σκηνής. Η επιρροή του ξεπερνούσε τα όρια των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι αποφάσεις της Fed επί των ημερών του επηρέαζαν τις παγκόσμιες αγορές, τις ροές κεφαλαίων και τις οικονομικές πολιτικές άλλων χωρών.






