Οι τράπεζες «διαβάζουν» το νέο πλαφόν: Μικρή η επίδραση στα περισσότερα δάνεια

Τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι το νέο πλαφόν στους τόκους των καταναλωτικών δανείων εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της συμβατικής εξυπηρέτησης του δανείου και δεν εξακολουθεί να ισχύει μετά την καταγγελία της σύμβασης, όταν η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη.
Περιορισμένη αναμένεται να είναι στην πράξη η επίδραση των νέων ανώτατων ορίων στο κόστος της καταναλωτικής πίστης, σύμφωνα με την πρώτη αποτίμηση που κάνουν οι τράπεζες στις διατάξεις του νομοσχεδίου που έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση το υπουργείο Ανάπτυξης.
Τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι το νέο πλαφόν στους τόκους των καταναλωτικών δανείων εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της συμβατικής εξυπηρέτησης του δανείου και δεν εξακολουθεί να ισχύει μετά την καταγγελία της σύμβασης, όταν η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη.
Με βάση τραπεζικές εκτιμήσεις, το νέο πλαίσιο δεν αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά το κόστος των περισσότερων καταναλωτικών δανείων που χορηγούνται σήμερα στην αγορά. Στα δάνεια μικρότερης διάρκειας, τα οποία αποτελούν και την πλειονότητα των νέων εκταμιεύσεων, η συνολική επιβάρυνση από τόκους και χρεώσεις παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα όρια που θέτει το νομοσχέδιο.
Αντίθετα, όσο αυξάνεται η διάρκεια αποπληρωμής, τόσο μεγαλύτερο μέρος του συνολικού κόστους προέρχεται από τους τόκους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται το περιθώριο μεταξύ της πραγματικής επιβάρυνσης και των ανώτατων ορίων που προβλέπει η νομοθεσία. Τραπεζικά στελέχη σημειώνουν ότι η εφαρμογή του νέου πλαφόν θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία σε χρηματοδοτήσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα αποπληρωμής, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων επιτοκίων.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, τα περισσότερα καταναλωτικά δάνεια που βρίσκονται σήμερα σε κυκλοφορία χαρακτηρίζονται από σχετικά περιορισμένο ύψος χρηματοδότησης και διάρκεια αποπληρωμής που δεν υπερβαίνει συνήθως τα πέντε έως επτά έτη. Ως εκ τούτου, το συνολικό κόστος εξυπηρέτησής τους παραμένει σε επίπεδα που δεν προσεγγίζουν τα ανώτατα όρια που εισάγει το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο.
Οι τράπεζες εκτιμούν ότι οι νέοι περιορισμοί θα επηρεάσουν κυρίως εξειδικευμένες ή μεγαλύτερης διάρκειας χρηματοδοτήσεις, όπου η συσσώρευση τόκων σε βάθος χρόνου αυξάνει σημαντικά το συνολικό ποσό που καταβάλλει ο δανειολήπτης μέχρι την πλήρη εξόφληση της οφειλής.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, το όριο του 70% δεν λειτουργεί ως μηχανισμός παρακολούθησης της οφειλής μετά την καταγγελία της σύμβασης, αλλά υπολογίζεται κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου. Το θέμα αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο διαβούλευσης μεταξύ τραπεζών και υπουργείου Ανάπτυξης, καθώς ζητούνται περαιτέρω διευκρινίσεις για την εφαρμογή του ανώτατου κόστους σε περιπτώσεις μεταβολής επιτοκίων ή επιμήκυνσης της διάρκειας αποπληρωμής λόγω οικονομικών δυσκολιών του δανειολήπτη.
Τέλος, το νομοσχέδιο φέρνει σημαντικές αλλαγές και στις τραπεζικές χρεώσεις. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι κάθε έξοδο που επιβάλλεται στο πλαίσιο μιας σύμβασης πίστωσης θα πρέπει να συνδέεται είτε με συγκεκριμένη υπηρεσία που παρέχει ο πιστωτικός φορέας είτε με πραγματική δαπάνη υπέρ τρίτων και όχι με την κάλυψη του λειτουργικού κόστους της τράπεζας.






