Στο στόχαστρο της εφορίας οι αδικαιολόγητες τραπεζικές κινήσεις

Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε για δύο διαδοχικά φορολογικά έτη.
Απορρίφθηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ ενδικοφανής προσφυγή δύο φορολογουμένων, με την οποία αμφισβητούσαν, μεταξύ άλλων, τον καταλογισμό ποσών ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή και αιτία, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε για τα φορολογικά έτη 2019 και 2020.
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε για δύο διαδοχικά φορολογικά έτη. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκαν τραπεζικές πιστώσεις στους λογαριασμούς των ελεγχόμενων, για τις οποίες οι φορολογικές αρχές έκριναν ότι δεν προέκυπτε με σαφήνεια η προέλευση ή η αιτία τους. Με βάση τις ισχύουσες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, όταν ένας φορολογούμενος αδυνατεί να αποδείξει την πραγματική πηγή χρημάτων που εμφανίζονται στους λογαριασμούς του, τα ποσά αυτά μπορούν να θεωρηθούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και να φορολογηθούν ως προσαύξηση περιουσίας.
Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι ο χαρακτηρισμός των καταθέσεων ως αδικαιολόγητων ήταν εσφαλμένος και ότι οι κινήσεις των λογαριασμών τους προέρχονταν από γνωστές πηγές. Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση, κατά τη διάρκεια του ελέγχου δεν προσκομίστηκαν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν επαρκώς την προέλευση των επίμαχων πιστώσεων. Η ΔΕΔ σημειώνει ότι οι φορολογούμενοι είχαν κληθεί να παράσχουν διευκρινίσεις και σχετικά παραστατικά, χωρίς όμως να καταφέρουν να αιτιολογήσουν με τρόπο που να γίνεται αποδεκτός από τη φορολογική διοίκηση τις συγκεκριμένες τραπεζικές κινήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση επαναλαμβάνει μια πάγια αρχή της φορολογικής νομολογίας: το βάρος της απόδειξης για την προέλευση των χρημάτων φέρει ο ίδιος ο φορολογούμενος όταν αμφισβητεί τον καταλογισμό. Εφόσον δεν προσκομιστούν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα ποσά έχουν ήδη φορολογηθεί, απαλλάσσονται νόμιμα από φόρο ή προέρχονται από συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη πηγή, η φορολογική διοίκηση δύναται να τα αντιμετωπίσει ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.
Με την απόφασή της η ΔΕΔ απέρριψε όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς των προσφευγόντων και επικύρωσε πλήρως τα πορίσματα του ελέγχου, επιβεβαιώνοντας ότι οι αδικαιολόγητες τραπεζικές πιστώσεις εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις βασικές εστίες φορολογικών ελέγχων και καταλογισμών τα τελευταία χρόνια.






