Δημόσιο: Πότε πληρώνει πρόστιμο αν δεν εφαρμόζει δικαστική απόφαση

Εάν περάσουν τρεις μήνες από την επίδοση της δικαστικής απόφασης και ο δημόσιος φορέας δεν την έχει εφαρμόσει σωστά, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί στο αρμόδιο συμβούλιο συμμόρφωσης.
Νέους, πιο αυστηρούς κανόνες για τη συμμόρφωση του Δημοσίου στις δικαστικές αποφάσεις προβλέπει ο ν. 5326/2026, τις σχετικές διατάξεις του οποίου κοινοποίησε η ΑΑΔΕ. Οι αλλαγές αφορούν τόσο το τι μπορεί να κάνει ένας πολίτης όταν ένας δημόσιος φορέας δεν εφαρμόζει δικαστική απόφαση όσο και τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών κυρώσεων.
Με βάση το νέο πλαίσιο, οι φορείς του δημόσιου τομέα είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν χωρίς καθυστέρηση τις δικαστικές αποφάσεις και να προχωρούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την εκτέλεσή τους. Η υποχρέωση αφορά αποφάσεις διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, εφόσον αυτές δημιουργούν υποχρέωση συμμόρφωσης ή μπορούν να εκτελεστούν.
Εάν περάσουν τρεις μήνες από την επίδοση της δικαστικής απόφασης και ο δημόσιος φορέας δεν την έχει εφαρμόσει σωστά, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί στο αρμόδιο συμβούλιο συμμόρφωσης.
Το συμβούλιο εξετάζει την υπόθεση και, εφόσον διαπιστώσει ότι πράγματι δεν υπήρξε συμμόρφωση, καθορίζει τι ακριβώς πρέπει να κάνει ο δημόσιος φορέας και ποιο όργανο είναι αρμόδιο. Παράλληλα, του δίνει προθεσμία για να ενεργήσει, η οποία δεν μπορεί να ξεπερνά τους τρεις μήνες και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τους έξι μήνες.
Χρηματική κύρωση αν συνεχίζεται η καθυστέρηση
Εάν ο φορέας εξακολουθεί να μην εφαρμόζει τη δικαστική απόφαση μετά την προθεσμία που του δόθηκε, μπορεί να του επιβληθεί εφάπαξ χρηματική κύρωση.
Μάλιστα, εάν η μη συμμόρφωση συνεχίζεται, υπάρχει δυνατότητα επιβολής πρόσθετης ή επαναλαμβανόμενης χρηματικής κύρωσης για κάθε έξι μήνες καθυστέρησης. Τα χρήματα των κυρώσεων καταβάλλονται στον πολίτη που έχει ζητήσει τη συμμόρφωση και δεν συμψηφίζονται με τυχόν αποζημίωση που μπορεί να διεκδικεί.
Ο νέος νόμος καθορίζει και τους όρους για την αναγκαστική εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων κατά δημόσιων φορέων. Προβλέπεται ότι μπορεί να γίνει κατάσχεση στην ιδιωτική περιουσία τους, όχι όμως σε περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται άμεσα για την εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού.
Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να ξεκινήσει αφού περάσουν 60 ημέρες από την επίδοση της απόφασης στον αρμόδιο υπουργό ή στον εκπρόσωπο του φορέα.
Όταν, πάντως, η απόφαση μπορεί ακόμη να προσβληθεί με ένδικα μέσα, κατά κανόνα απαιτείται από τον δικαιούχο τραπεζική εγγυητική επιστολή. Εξαίρεση προβλέπεται για απαιτήσεις εργαζομένων που προέρχονται από την εργασιακή τους σχέση, για τις οποίες δεν απαιτείται τέτοια εγγύηση.
Αλλαγές και στις ανακοπές
Αλλαγές έρχονται και στις εκκρεμείς ανακοπές κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης και πλέον και κατά διαταγών πληρωμής. Η διαδικασία επαναπροσδιορισμού αφορά υποθέσεις των οποίων η εκδίκαση έχει προσδιοριστεί μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2027. Στόχος είναι να απλοποιηθεί και να επιταχυνθεί η εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων, με μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών διαδικασιών.
Η αίτηση επαναπροσδιορισμού θα γίνεται ηλεκτρονικά, μέσω ειδικής πλατφόρμας και με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ ηλεκτρονικά προβλέπεται να πραγματοποιείται και σημαντικό μέρος των σχετικών κοινοποιήσεων.
Στην πράξη, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να κάνει πιο συγκεκριμένη τη διαδικασία που ακολουθείται όταν το Δημόσιο δεν εφαρμόζει μια δικαστική απόφαση. Ο πολίτης αποκτά σαφέστερες προθεσμίες και διαδικασίες για να ζητήσει συμμόρφωση, ενώ για τους δημόσιους φορείς προβλέπονται οικονομικές συνέπειες όταν η καθυστέρηση συνεχίζεται.






