Kosher made in Greece: Η αγορά των 66 δισ. δολαρίων και η ευκαιρία για τις ελληνικές εξαγωγές

Η παγκόσμια αγορά τροφίμων κόσερ αποτιμήθηκε σε 29,74 δισ. δολάρια το 2023 και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει περίπου τα 66,05 δισ. δολάρια έως το 2032.
Μια διεθνής αγορά δισεκατομμυρίων, η οποία έχει πλέον ξεπεράσει τόσο τα σύνορα του Ισραήλ όσο και το στενό κοινό των καταναλωτών εβραϊκού θρησκεύματος, αναδεικνύεται σε δυνητικό νέο πεδίο ανάπτυξης για τις ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων. Πρόκειται για την αγορά των προϊόντων κόσερ (kosher), όπου το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά, το μέλι, τα φρούτα και λαχανικά, τα κρασιά, οι ξηροί καρποί και τα αρωματικά φυτά συγκαταλέγονται στις κατηγορίες στις οποίες η ελληνική παραγωγή μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο της διεθνούς ζήτησης.
Το μέγεθος της ευκαιρίας αποτυπώνεται στους αριθμούς. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει πρόσφατη έρευνα αγοράς του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Τελ Αβίβ, η παγκόσμια αγορά τροφίμων κόσερ αποτιμήθηκε σε 29,74 δισ. δολάρια το 2023 και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει περίπου τα 66,05 δισ. δολάρια έως το 2032. Πρόκειται για υπερδιπλασιασμό μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 9,3%.
Και η ζήτηση κάθε άλλο παρά περιορίζεται στο Ισραήλ. Ισχυρές αγορές έχουν αναπτυχθεί στη Βόρεια Αμερική, κυρίως στις ΗΠΑ και στον Καναδά, ενώ στην Ευρώπη σημαντική παρουσία καταγράφεται στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία. Παράλληλα, αναπτυσσόμενη ζήτηση εντοπίζεται στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, διευρύνοντας σημαντικά τον δυνητικό εξαγωγικό χάρτη για μια πιστοποιημένη ελληνική επιχείρηση.\
Τι βρίσκεται πίσω από τη σφραγίδα «kosher»
Η είσοδος στην αγορά, ωστόσο, προϋποθέτει την κατανόηση ενός συστήματος κανόνων που δεν περιορίζεται στο ίδιο το τρόφιμο. Ως «κόσερ» χαρακτηρίζονται τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τους διατροφικούς κανόνες του Ιουδαϊσμού. Οι απαιτήσεις καλύπτουν ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα: από την προέλευση των πρώτων υλών και τα συστατικά μέχρι την επεξεργασία, τον χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό και τη συσκευασία.
Έτσι, ακόμη και ένα προϊόν που εκ πρώτης όψεως δεν δημιουργεί ζήτημα ως προς τα συστατικά του μπορεί να χρειάζεται πιστοποίηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι κατά την παραγωγή του δεν ήρθε σε επαφή με μη επιτρεπόμενες πρώτες ύλες ή με εξοπλισμό που χρησιμοποιήθηκε για άλλα προϊόντα.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις αυτό μεταφράζεται σε μια διαδικασία που μπορεί να απαιτήσει ελέγχους πρώτων υλών, εγκαταστάσεων και παραγωγικών μεθόδων, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως «διαβατήριο» για την πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη αγορά.
Τα ελληνικά γαλακτοκομικά στο ραντάρ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κλάδος των γαλακτοκομικών, ένας τομέας στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή παραγωγική και εξαγωγική βάση.
Σύμφωνα με την έρευνα, το γάλα πρέπει να προέρχεται αποκλειστικά από ζώα που θεωρούνται κόσερ, όπως οι αγελάδες και οι κατσίκες, ενώ η διαδικασία παραγωγής υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες και επίβλεψη. Στην περίπτωση των τυριών οι απαιτήσεις γίνονται αυστηρότερες, μεταξύ άλλων λόγω των ενζύμων που χρησιμοποιούνται κατά την παρασκευή, όπως η πυτιά.
Για τους αυστηρά ορθόδοξους καταναλωτές προτιμώνται, μάλιστα, γαλακτοκομικά προϊόντα που έχουν παραχθεί υπό ραβινική επίβλεψη σε όλα τα απαιτούμενα στάδια.
Αυτό δημιουργεί μια δυνητικά ενδιαφέρουσα εξαγωγική δίοδο για ελληνικά τυριά και γιαούρτια. Υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι σχετικές προδιαγραφές και εφαρμόζεται η προβλεπόμενη εποπτεία της παραγωγής, μπορούν να αποκτήσουν πιστοποίηση κόσερ. Η μελέτη του Γραφείου ΟΕΥ αναδεικνύει, άλλωστε, ρητά τα ελληνικά τυριά και γιαούρτια μεταξύ των προϊόντων με δυνατότητες πιστοποίησης.
Από το ελαιόλαδο και το μέλι μέχρι τα βότανα
Οι προοπτικές δεν εξαντλούνται στα γαλακτοκομικά. Το ελληνικό ελαιόλαδο βρίσκεται ίσως στην πιο προνομιακή θέση, καθώς χαρακτηρίζεται στην έρευνα ως εγγενώς κόσερ. Απαιτείται, ωστόσο, πιστοποίηση που να διασφαλίζει ότι κατά την παραγωγική διαδικασία δεν έχει υπάρξει ανάμειξη με άλλα έλαια.
Αντίστοιχα, φρούτα και λαχανικά μπορούν να πιστοποιηθούν, με βασική προϋπόθεση μεταξύ άλλων τον προβλεπόμενο έλεγχο για έντομα. Στον κατάλογο των προϊόντων με εξαγωγικές δυνατότητες περιλαμβάνονται ακόμη το μέλι χωρίς πρόσθετα, οι ξηροί καρποί, τα αρωματικά φυτά και τα μπαχαρικά.
Πρόκειται, δηλαδή, για κατηγορίες στις οποίες η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παραγωγική βάση και, σε αρκετές περιπτώσεις, ήδη ισχυρή εξαγωγική παρουσία. Η πιστοποίηση κόσερ μπορεί συνεπώς να λειτουργήσει όχι τόσο ως αφετηρία για τη δημιουργία ενός νέου προϊόντος, αλλά ως μέσο για να αποκτήσει ένα υφιστάμενο ελληνικό προϊόν πρόσβαση σε πρόσθετα κανάλια διανομής.
Η πιο απαιτητική περίπτωση του κρασιού
Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση του κρασιού. Παρότι η Ελλάδα διαθέτει μακρά οινοπαραγωγική παράδοση και έναν εξαγωγικό κλάδο που έχει επενδύσει σημαντικά στην ανάδειξη των ελληνικών ποικιλιών, η παραγωγή ενός κρασιού κόσερ προϋποθέτει ειδική διαδικασία και ραβινική επίβλεψη.
Η έρευνα αναφέρεται επίσης στην κατηγορία «Mevushal», δηλαδή στο κρασί που έχει υποστεί ειδική θερμική επεξεργασία. Μετά τη συγκεκριμένη διαδικασία απαλλάσσεται από ορισμένους περιορισμούς που ισχύουν για το μη επεξεργασμένο κρασί, στοιχείο με πρακτική σημασία για την εμπορική του διάθεση.
Για τα ελληνικά οινοποιεία, επομένως, η είσοδος στη συγκεκριμένη αγορά απαιτεί μεγαλύτερη προσαρμογή της παραγωγής, αλλά μπορεί παράλληλα να ανοίξει πρόσβαση σε ένα εξειδικευμένο κοινό και σε αγορές όπου η πιστοποίηση αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση αγοράς.
Πώς αποκτά πιστοποίηση μια ελληνική επιχείρηση
Η επιχειρηματική ευκαιρία συνοδεύεται από κόστος. Η πιστοποίηση κόσερ μπορεί να απαιτήσει αναλυτικό έλεγχο των συστατικών και των πρώτων υλών, των παραγωγικών μεθόδων και των εγκαταστάσεων, καθώς και εποπτεία από εξειδικευμένο προσωπικό. Ανάλογα με το προϊόν και τη γραμμή παραγωγής, μπορεί να χρειαστούν αλλαγές στις διαδικασίες ή ακόμη και πρόσθετες επενδύσεις σε εξοπλισμό.
Στην Ελλάδα, δυνατότητα πιστοποίησης παρέχει, μεταξύ άλλων, η Kosher-Hellas, ο φορέας πιστοποίησης της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών. Η διαδικασία δεν περιορίζεται στον έλεγχο του τελικού προϊόντος, αλλά επεκτείνεται στις πρώτες ύλες, στα συστατικά, στις μεθόδους παραγωγής και στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, υπό την προβλεπόμενη ραβινική εποπτεία.
Η έρευνα του Γραφείου ΟΕΥ αναφέρει επίσης ότι η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης συνεργάζεται με επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να εξάγουν πιστοποιημένα προϊόντα. Και σε αυτή την περίπτωση εξετάζονται οι πρώτες ύλες και η ποιότητά τους, οι μέθοδοι παρασκευής και οι εγκαταστάσεις παραγωγής πριν από τη χορήγηση της σχετικής πιστοποίησης.
Το επιχειρηματικό στοίχημα
Για μια ελληνική βιομηχανία τροφίμων ή έναν παραγωγό, το ερώτημα είναι αν το πρόσθετο κόστος πιστοποίησης, εποπτείας και ενδεχόμενης προσαρμογής της παραγωγής μπορεί να αποσβεστεί μέσω της πρόσβασης σε νέους εισαγωγείς, αλυσίδες λιανικής, δίκτυα διανομής και καταναλωτές.
Η εξίσωση προφανώς δεν είναι ίδια για κάθε προϊόν και κάθε επιχείρηση. Για έναν παραγωγό που διαθέτει μικρή παραγωγή και περιορισμένη εξαγωγική δραστηριότητα, το κόστος μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Για μια οργανωμένη εξαγωγική επιχείρηση, όμως, η πιστοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο εμπορικό εργαλείο και να ανοίξει περισσότερες από μία αγορές ταυτόχρονα.
Κρίσιμο είναι και το γεγονός ότι το κόσερ δεν λειτουργεί διεθνώς αποκλειστικά ως θρησκευτική ένδειξη. Η αυστηρότητα των ελέγχων και η ιχνηλασιμότητα που συνδέεται με την πιστοποίηση μπορούν να προσδώσουν πρόσθετη αξία στο προϊόν και πέρα από το παραδοσιακό κοινό του.
Τέλος, σύμφωνα με την έρευνα του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Τελ Αβίβ, οι καταναλωτές εμφανίζονται συχνά διατεθειμένοι να καταβάλουν υψηλότερη τιμή για πιστοποιημένα κόσερ προϊόντα, ενώ η σχετική πιστοποίηση μπορεί να ενισχύσει την εξαγωγική δυναμική και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των παραγωγών.






