Το καμπανάκι του ΟΟΣΑ πριν από τη ΔΕΘ για τους νέους και τις φοροελαφρύνσεις

Το καμπανάκι του ΟΟΣΑ πριν από τη ΔΕΘ.
Την ώρα που η κυβέρνηση προετοιμάζει το νέο πακέτο οικονομικών εξαγγελιών που θα παρουσιάσει στη ΔΕΘ σε περίπου τρεις εβδομάδες, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ έρχονται να υπενθυμίσουν ότι τα βαθύτερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας, και ιδιαίτερα εκείνα που αντιμετωπίζουν οι νέοι, δεν θεραπεύονται με φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδόματα και παρεμβάσεις περιορισμένου χρονικού ορίζοντα. Η εικόνα που αποτυπώνεται για την Ελλάδα είναι αυτή μιας οικονομίας στην οποία η εκπαίδευση εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, ενώ η είσοδος των νέων στην εργασία συνοδεύεται συχνά από ανεργία, χαμηλές αμοιβές και επισφαλείς θέσεις.
Το πιο ηχηρό εύρημα αφορά τους πτυχιούχους ηλικίας 25 έως 34 ετών. Η ανεργία τους έφθασε το 2024 στο 12,3%, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους αποφοίτους πανεπιστημίου. Η Ελλάδα καταγράφει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας και στις χαμηλότερες βαθμίδες εκπαίδευσης, στοιχείο που δείχνει ότι η δυσκολία ένταξης στην αγορά εργασίας είναι οριζόντια και βαθύτερη.
Ακόμη και όταν οι νέοι βρίσκουν δουλειά, η ποιότητα της απασχόλησης παραμένει προβληματική. Οι εργαζόμενοι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα λαμβάνουν αποδοχές περίπου 40% χαμηλότερες από εκείνες των συνομηλίκων τους στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ το 43% κατατάσσεται στους χαμηλόμισθους. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της νεανικής απασχόλησης συγκεντρώνεται στην εστίαση, τη φιλοξενία και τον τουρισμό, κλάδους που προσφέρουν μεν γρήγορη πρόσβαση στην εργασία, αλλά συχνά μέσω εποχικών και ασταθών θέσεων.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται και η αναντιστοιχία δεξιοτήτων. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα εργαζομένους έχουν σπουδάσει σε διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο στο οποίο τελικά απασχολούνται, ενώ μόλις το 4,2% των μαθητών και φοιτητών συνδυάζει σπουδές και εργασία, έναντι 14% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Η περιορισμένη επαφή με την αγορά εργασίας πριν από την αποφοίτηση και η ανεπαρκής επαγγελματική προετοιμασία μετατρέπουν έτσι το πτυχίο σε προσόν που δεν εγγυάται ούτε εργασία ούτε αξιοπρεπή αμοιβή.
Παρεμβάσεις με δημοσιονομικούς αστερίσκους ή σε βάθος χρόνου
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει μέσω της ΔΕΘ μια νέα ατζέντα φορολογικών παρεμβάσεων. Στο τραπέζι βρίσκονται μεταξύ άλλων μειώσεις προκαταβολής φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις, περιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, νέα μείωση εργοδοτικών εισφορών, στεγαστικές παρεμβάσεις και πρόσθετες ενισχύσεις για συνταξιούχους. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις παρεμβάσεις συνοδεύονται από δημοσιονομικούς αστερίσκους ή μετατίθενται σε βάθος χρόνου, ακόμη και έως το 2030.
Υπάρχει, βεβαίως, ήδη ένα άμεσο όφελος για μέρος των εργαζομένων από τη νέα φορολογική κλίμακα που εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2026. Οι μειωμένες παρακρατήσεις αυξάνουν το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, με ιδιαίτερη έμφαση στις οικογένειες με παιδιά και στους νέους έως 30 ετών. Για εργαζομένους έως 25 ετών, μάλιστα, τα εισοδήματα έως 20.000 ευρώ απαλλάσσονται από τον φόρο, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 26 έως 30 ετών εφαρμόζεται χαμηλότερος συντελεστής. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ετήσιο όφελος μπορεί να αντιστοιχεί ακόμη και σε έναν ή δύο μισθούς.
Τι συμβαίνει πριν ο νέος αποκτήσει εισόδημα για να φορολογηθεί;
Ωστόσο, η φορολογική ελάφρυνση δεν απαντά στο βασικό ερώτημα που θέτει εμμέσως ο ΟΟΣΑ: τι συμβαίνει πριν ο νέος αποκτήσει εισόδημα για να φορολογηθεί; Η μείωση φόρου βοηθά εκείνον που ήδη εργάζεται, αλλά δεν δημιουργεί αυτομάτως ποιοτικές θέσεις εργασίας, δεν περιορίζει την ανεργία των πτυχιούχων και δεν αντιμετωπίζει την αναντιστοιχία μεταξύ σπουδών και επαγγέλματος. Αντίστοιχα, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών μπορεί να περιορίσει το κόστος για τις επιχειρήσεις, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι το όφελος θα μετατραπεί σε υψηλότερους μισθούς ή περισσότερες προσλήψεις.
Το ίδιο ισχύει και για το στεγαστικό. Νέα προγράμματα φθηνότερης χρηματοδότησης μπορούν να διευκολύνουν κάποιους νέους να αποκτήσουν κατοικία, δεν αναιρούν όμως το γεγονός ότι η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί όταν οι αμοιβές παραμένουν χαμηλές και η εργασιακή σταθερότητα ζητούμενο.
Έτσι, οι επικείμενες εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν θα αγγίζουν τις διαχρονικές «πληγές» που περιγράφει ο ΟΟΣΑ. Για να αλλάξει ουσιαστικά η κατάσταση απαιτείται σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, περισσότερη πρακτική εμπειρία, επενδύσεις σε θέσεις υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και, κυρίως, μισθοί που να επιτρέπουν στους νέους όχι απλώς να εργάζονται, αλλά να μπορούν να σχεδιάσουν αυτόνομα τη ζωή τους.






