Εφορία: Οι κινήσεις τραπεζικού λογαριασμού έφεραν φόρους και πρόστιμα 674.462 ευρώ

Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και υποστήριξε, ο επίμαχος λογαριασμός δεν λειτουργούσε ως προσωπικός αποταμιευτικός.
Μια ιδιαίτερα σύνθετη φορολογική υπόθεση δείχνει πόσο εύκολα οι κινήσεις ενός τραπεζικού λογαριασμού μπορούν να μπουν στο μικροσκόπιο της εφορίας και να οδηγήσουν σε έναν πολύ μεγάλο καταλογισμό, όταν δεν είναι ξεκάθαρο από πού προέρχονται τα χρήματα.
Όλα ξεκίνησαν όταν η εφορία έκανε έλεγχο σε φορολογούμενο και εξέτασε τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του για παρελθόντα έτη. Ο έλεγχος εντόπισε πολλές καταθέσεις και μεταφορές χρημάτων, για τις οποίες αρχικά δεν υπήρχε επαρκής εξήγηση. Το πρόβλημα έγινε μεγαλύτερο επειδή ο φορολογούμενος δεν είχε απαντήσει εγκαίρως στις προσκλήσεις του ελέγχου για να εξηγήσει από πού προέρχονταν τα χρήματα. Έτσι, όσα ποσά δεν μπορούσαν να συνδεθούν με συγκεκριμένες συναλλαγές θεωρήθηκαν από τη φορολογική αρχή «πρωτογενείς πιστώσεις» και αντιμετωπίστηκαν ως προσαύξηση της περιουσίας του.
Ο λογαριασμός εμφάνιζε πολύ μεγάλες κινήσεις. Μόνο σε ένα έτος καταγράφηκαν 171 πιστώσεις συνολικού ύψους 1,166 εκατ. ευρώ σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Επειδή υπήρχαν δύο συνδικαιούχοι, ο έλεγχος απέδωσε στον φορολογούμενο το μισό ποσό, δηλαδή 583.206 ευρώ. Συνολικά, για δυο χρήσεις η προσαύξηση περιουσίας που του καταλογίστηκε ξεπέρασε το 1,17 εκατ. ευρώ.
Οι συνολικές επιβαρύνσεις για τις δύο χρήσεις έφτασαν τα 674.462 ευρώ
Ο λογαριασμός της εφορίας ήταν βαρύς. Οι συνολικές επιβαρύνσεις για τις δύο χρήσεις έφτασαν τα 674.462 ευρώ, μαζί με φόρους, πρόστιμα, τόκους και εισφορά αλληλεγγύης.
Ο φορολογούμενος, όμως, προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και έδωσε μια διαφορετική εξήγηση για τα χρήματα. Όπως υποστήριξε, ο επίμαχος λογαριασμός δεν λειτουργούσε ως προσωπικός αποταμιευτικός. Χρησιμοποιούνταν από λογιστικό γραφείο για να περνούν χρήματα πελατών, με τα οποία στη συνέχεια πληρώνονταν φόροι, τέλη και ασφαλιστικές εισφορές. Με απλά λόγια, μεγάλα ποσά έμπαιναν στον λογαριασμό, αλλά στη συνέχεια έφευγαν για να πληρωθούν υποχρεώσεις τρίτων.
Για να στηρίξει όσα έλεγε, προσκόμισε στη ΔΕΔ νέα στοιχεία, όπως τραπεζικές βεβαιώσεις, καταστάσεις μεταφορών και επιστροφών χρημάτων, στοιχεία πληρωμών και άλλα έγγραφα που επιχειρούσαν να συνδέσουν τα ποσά που έμπαιναν στον λογαριασμό με τις πληρωμές που γίνονταν για τους πελάτες. Κλήθηκε μάλιστα σε ακρόαση για να δώσει πρόσθετες εξηγήσεις.
Από την εξέταση των στοιχείων διαπιστώθηκε ότι από τον συγκεκριμένο λογαριασμό είχαν γίνει πληρωμές φόρων και τελών ύψους 673.397 ευρώ και πληρωμές προς ασφαλιστικά ταμεία άνω των 458.000 ευρώ. Σε εκατοντάδες συναλλαγές μάλιστα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι οι οφειλέτες ήταν πελάτες του λογιστικού γραφείου.
Η συνολική εικόνα του λογαριασμού
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η συνολική εικόνα του λογαριασμού. Μέσα στο 2013 μπήκαν περίπου 1,176 εκατ. ευρώ και έφυγε σχεδόν ακριβώς το ίδιο ποσό. Τα υπόλοιπα που έμεναν κάθε μήνα ήταν σχετικά μικρά. Η ΔΕΔ κατέληξε έτσι ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε κυρίως ως ενδιάμεσος για την πληρωμή φόρων και εισφορών.
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι πέρασαν πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ από έναν λογαριασμό δεν σήμαινε από μόνο του ότι αυτά τα χρήματα έγιναν περιουσία του φορολογούμενου.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι η εφορία, πριν προχωρήσει στον καταλογισμό, έπρεπε να εξετάσει όχι μόνο τα χρήματα που έμπαιναν στον λογαριασμό, αλλά και πού κατέληγαν. Έπρεπε δηλαδή να συνδέσει τις καταθέσεις με τις πληρωμές φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών που γίνονταν για λογαριασμό τρίτων. Τελικά, ο φορολογούμενος δικαιώθηκε στη ΔΕΔ, έγινε δεκτή η προσφυγή του και ακυρώθηκε η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, επειδή κρίθηκε ότι δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.






