Αυστηρότεροι έλεγχοι στις τράπεζες σε ΗΠΑ και Βρετανία για τη χρηματοδότηση μεγάλων επενδυτικών εταιρειών

Η εξέλιξη έρχεται μετά τις ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες που υπέστη η Jane Street τον Ιούλιο, όταν η πολυετής ανοδική πορεία επενδύσεων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη αντιστράφηκε απότομα.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) εντείνουν τον έλεγχο της έκθεσης των μεγάλων τραπεζών σε εταιρείες trading και market makers, μετά την αναταραχή που προκάλεσαν οι μεγάλες απώλειες της Jane Street και του hedge fund Situational Awareness.
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι εποπτικές αρχές ζητούν από διεθνείς τράπεζες περισσότερες πληροφορίες για τις συναλλαγές και τη χρηματοδοτική τους έκθεση σε ισχυρούς παίκτες της αγοράς, όπως η Jane Street και η Citadel Securities. Στο επίκεντρο βρίσκονται το ύψος των ανοιγμάτων, η διάθεση ανάληψης κινδύνου των συγκεκριμένων εταιρειών, οι μεταβολές της τραπεζικής έκθεσης κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου κινδύνου.
Η εξέλιξη έρχεται μετά τις ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες που υπέστη η Jane Street τον Ιούλιο, όταν η πολυετής ανοδική πορεία επενδύσεων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη αντιστράφηκε απότομα. Μέρος των απωλειών συνδέθηκε με το hedge fund Situational Awareness του Leopold Aschenbrenner, στο οποίο είχε επενδύσει η Jane Street.
Παρά το πλήγμα, η Jane Street παρέμεινε εξαιρετικά κερδοφόρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, έως τις αρχές Αυγούστου είχε καταγράψει καθαρά έσοδα από trading ύψους περίπου 40 δισ. δολαρίων από την αρχή του έτους. Ωστόσο, το μέγεθος των απωλειών ανέδειξε το εύρος των κινδύνων που μπορούν να αναλαμβάνουν εταιρείες οι οποίες παραδοσιακά συνδέονταν περισσότερο με το market making παρά με μεγάλες κατευθυντικές επενδυτικές θέσεις.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τον αυξανόμενο ρόλο των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εταιρείες όπως οι Jane Street, Citadel Securities, Susquehanna και Hudson River Trading έχουν αναπτυχθεί ραγδαία μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς οι τράπεζες περιόρισαν το proprietary trading. Με την πάροδο των ετών, αρκετές από αυτές επέκτειναν σημαντικά τις δραστηριότητές τους πέρα από το παραδοσιακό market making.
Η μετάβαση των trading firms και οι κίνδυνοι του prime brokerage
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις σχέσεις των trading firms και των hedge funds με τις τράπεζες μέσω του prime brokerage. Οι τράπεζες παρέχουν μόχλευση και χρηματοδότηση για συναλλαγές σε μετοχές και ομόλογα, ενώ αναλαμβάνουν επίσης την εκτέλεση και εκκαθάριση συναλλαγών σε παράγωγα. Η δραστηριότητα αυτή αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για τη Wall Street, δημιουργεί όμως και πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση κατάρρευσης ενός μεγάλου πελάτη.
Οι εποπτικές αρχές επιχειρούν, ως εκ τούτου, να διαπιστώσουν κατά πόσο η αυξανόμενη δραστηριότητα των μεγάλων trading firms μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος μετάδοσης αναταράξεων στο τραπεζικό και ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εφόσον κρίνουν ότι μια τράπεζα αναλαμβάνει υπερβολικό κίνδυνο χρηματοδοτώντας συγκεκριμένους πελάτες, έχουν τη δυνατότητα να απαιτήσουν υψηλότερα αποθέματα ρευστών και υψηλής ποιότητας στοιχείων ενεργητικού.
H Τράπεζα της Αγγλίας εξετάζει την ταχεία αύξηση της χρηματοδότησης συναλλαγών σε ασιατικές μετοχές από prime brokers με έδρα το Λονδίνο. Το ενδιαφέρον των εποπτικών αρχών έχει ενισχυθεί μετά τις εντυπωσιακές αποδόσεις ορισμένων μετοχών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες οδήγησαν σε μεγαλύτερες θέσεις και αυξημένα ενδοημερήσια ανοίγματα.
Η βρετανική Prudential Regulation Authority είχε ήδη επισημάνει ότι, παρά τη βελτίωση της παρακολούθησης κινδύνων και των stress tests στο τέλος της ημέρας, η αύξηση των ενδοημερήσιων ανοιγμάτων παραμένει πιθανή πηγή κινδύνου, ιδιαίτερα για τράπεζες που παρέχουν πρόσβαση στις αγορές, εκκαθάριση και χρηματοδότηση σε ηλεκτρονικούς market makers.






