Εφορία: Πήγε αποδείξεις 5.505,99 ευρώ για ανακαίνιση ακινήτου και έχασε την έκπτωση φόρου

Η υπόθεση αφορά φορολογούμενο που είχε υποβάλει δήλωση εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2024 και είχε δηλώσει στον κωδικό 627 του Ε1 δαπάνες για ανακαίνιση ακινήτου.
Την απόρριψη προσφυγής φορολογούμενου, ο οποίος διεκδικούσε την αναγνώριση δαπανών ύψους 5.505,99 ευρώ για εργασίες και αγορές που συνδέονταν με αναβάθμιση ακινήτου, αποφάσισε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ.
Η υπόθεση αφορά φορολογούμενο που είχε υποβάλει δήλωση εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2024 και είχε δηλώσει στον κωδικό 627 του Ε1 δαπάνες για την ενεργειακή, λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση κτιρίου. Η δήλωση επιλέχθηκε συστημικά για έλεγχο δικαιολογητικών και, σύμφωνα με τη ΔΕΔ, εστάλη αυτοματοποιημένο μήνυμα με το οποίο ζητήθηκε η προσκόμιση των απαιτούμενων εγγράφων. Καθώς ο φορολογούμενος δεν ανταποκρίθηκε, εκδόθηκε πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου.
Ο φορολογούμενος προσέφυγε κατά της πράξης, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε είχε κληθεί από τη φορολογική αρχή να προσκομίσει τα νόμιμα παραστατικά για τις δαπάνες που αφορούσαν κουφώματα και κλιματισμό, καθώς και τα αποδεικτικά ηλεκτρονικής εξόφλησής τους. Όπως υποστήριξε, εξαιτίας αυτής της παράλειψης στερήθηκε τη μείωση φόρου που αντιστοιχούσε στις δαπάνες των 5.505,99 ευρώ και η οποία θα επιμεριζόταν σε βάθος πενταετίας.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, ήταν τα ίδια τα παραστατικά. Ο φορολογούμενος προσκόμισε απόδειξη αξίας 1.289,99 ευρώ για αγορά κλιματιστικού και απόδειξη 4.216 ευρώ για αγορά κουφωμάτων, μαζί με τα σχετικά αποδεικτικά τραπεζικής εξόφλησης. Η ΔΕΔ διαπίστωσε ότι στις αποδείξεις λιανικής πώλησης δεν αναγραφόταν ο Αριθμός Ταυτότητας Ακινήτου, ο γνωστός ΑΤΑΚ.
Η παράλειψη αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Σύμφωνα με την απόφαση, για να χορηγηθεί η μείωση φόρου, τα παραστατικά πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνουν τα στοιχεία του ακινήτου και τον ΑΤΑΚ. Παράλληλα, οι δαπάνες πρέπει να αποδεικνύονται με νόμιμα παραστατικά και να έχουν εξοφληθεί ηλεκτρονικά ή μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι η μη αναγραφή του ΑΤΑΚ συνιστούσε μη πλήρωση ουσιώδους προϋπόθεσης και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αναγνωριστεί η επίμαχη δαπάνη για τη μείωση του φόρου εισοδήματος.
Το δεύτερο πρόβλημα με τα παραστατικά στην εφορία
Υπήρχε όμως και δεύτερο εμπόδιο για τον φορολογούμενο. Ακόμη και αν τα παραστατικά γίνονταν δεκτά, η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί το ποσό που ζητούσε. Ο λόγος είναι ότι, με βάση το ισχύον πλαίσιο, η δαπάνη αγοράς αγαθών που λαμβάνεται υπόψη για τη μείωση του φόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τρίτο της δαπάνης για τη λήψη υπηρεσιών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα παραστατικά προέκυπταν αγορές αγαθών συνολικού ύψους 5.465 ευρώ, ενώ οι υπηρεσίες ανέρχονταν μόλις σε 40,99 ευρώ. Έτσι, η μέγιστη αναγνωριζόμενη δαπάνη για την αγορά αγαθών περιοριζόταν στα 13,67 ευρώ. Μαζί με τις υπηρεσίες, η συνολική αποδεκτή δαπάνη θα διαμορφωνόταν μόλις στα 54,66 ευρώ, με την αντίστοιχη ετήσια μείωση φόρου να περιορίζεται στα 10,93 ευρώ. Η ΔΕΔ απέρριψε τελικά την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου.






