Συμβασιούχοι και ΙΔΑΧ θα πάρουν το επίδομα Χριστουγέννων στο Δημόσιο; Ποιους αφορά το νέο μέτρο

Όσα πρέπει να ξέρουν οι δημόσιοι υπάλληλοι για το επίδομα των 500 ευρώ.
Η εξαγγελία για τη θέσπιση, από το 2027, επιδόματος Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ μικτά για τους δημοσίους υπαλλήλους επαναφέρει, δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά τις μνημονιακές περικοπές, μια μορφή πρόσθετης εορταστικής παροχής στο Δημόσιο. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού με τη μορφή που αυτοί ίσχυαν πριν από τη δημοσιονομική κρίση, αλλά για μία νέα, αυτοτελή και οριζόντια μισθολογική παροχή, σταθερού ύψους, η οποία, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα κυβερνητικές ανακοινώσεις, θα ανέρχεται σε 500 ευρώ μικτά και θα καταβληθεί για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2027. Η επίσημη εξειδίκευση του οικονομικού επιτελείου αναφέρεται σε περίπου 720.000 δικαιούχους δημοσίους υπαλλήλους και σε ετήσιο δημοσιονομικό κόστος 433 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη ιστορική και νομική σημασία, διότι οι αποδοχές των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς χώρους εφαρμογής των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής ήδη από το 2010. Υπενθυμίζουμε ότι δυνάμει των διατάξεων του ν. 3833/2010 μειώθηκαν οριζόντια οι αποδοχές και τα επιδόματα των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ ακολούθησαν νέες παρεμβάσεις και, τελικώς, με τον ν. 4093/2012 καταργήθηκαν ολοσχερώς τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας. Αν αποτιμηθεί η απώλεια του πλήρους 13ου και 14ου μισθού με βάση το προ της κρίσης σύστημα των δεκατεσσάρων ετήσιων μισθολογικών καταβολών, η μετάβαση από δεκατέσσερις σε δώδεκα καταβολές αντιστοιχεί, ως καθαρά μαθηματική αναγωγή, σε απώλεια τουλάχιστον 14,29% των ετήσιων αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.
Η δε δικαστική διεκδίκηση της επαναφοράς τους διήρκεσε επί σειρά ετών και ήτο ατελέσφορη, αφού σύμφωνα και με την πλέον πρόσφορη και καθοριστική με 1201/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, μη επαναφέροντας τα επιδόματα εορτών και αδείας που είχαν καταργηθεί με τον ν. 4093/2012, δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε ότι η οδός για την επαναφορά μιας αντίστοιχης παροχής δεν ήταν πλέον δικαστική, αλλά πρωτίστως νομοθετική και δημοσιονομική επιλογή.
Αυτή ακριβώς φαίνεται ότι είναι η επιλογή που πραγματοποιείται σήμερα. Με την ειδοποιό διαφορά ότι δεν εξαγγέλθηκε η πλήρης επαναφορά των δύο πρόσθετων μισθών, ούτε η αναβίωση του παλαιού τριπτύχου: δώρου Χριστουγέννων, δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας. Αντί γι' αυτό εξαγγέλθηκε μία νέα ετήσια παροχή ύψους 500 ευρώ μικτά, η οποία, κατά τα μέχρι σήμερα ανακοινωθέντα, θα είναι ίδια ως μικτό ονομαστικό ποσό ανεξαρτήτως του ύψους των αποδοχών του υπαλλήλου. Με άλλα λόγια, η επίσημη εξειδίκευση δεν συνδέει το ύψος του επιδόματος Χριστουγέννων με μισθολογικό κλιμάκιο, έτη προϋπηρεσίας, κατοχή θέσης ευθύνης ή επιτυχούς αξιολόγησης ή στοχοθεσίας. Αντιθέτως, το επίδομα Χριστουγέννων θα αποτελεί οριζόντια παροχή, που θα δίνεται ανεξαιρέτως παραμέτρων και θα προσμετράται τόσο στις τακτικές, όσο και στις συντάξιμες αποδοχές των υπαλλήλων.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι άλλο: ποιοι ακριβώς θα είναι οι 720.000 δικαιούχοι; Θα περιοριστεί το μέτρο στους μονίμους ή θα καταλαμβάνει τους ΙΔΑΧ και τους ΙΔΟΧ; Θα καταλαμβάνει και τους δόκιμους υπαλλήλους; Και τι θα συμβεί με τους εργαζομένους σε ΝΠΙΔ που ανήκουν στους Γενικούς Φορείς της Κυβέρνησης;
Στο σημείο αυτό απαιτείται μια βασική επιφύλαξη. Μέχρι σήμερα έχει γίνει η πολιτική εξαγγελία και η οικονομική εξειδίκευση του μέτρου, όχι όμως η δημοσίευση της τελικής νομοθετικής διάταξης που θα προσδιορίσει εξαντλητικά το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του. Ωστόσο, βάσει των νομολογιακών δεδομένων των δικαστηρίων της Χώρας, μπορεί να διατυπωθεί με σαφήνεια η κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθεί η νομοθετική ρύθμιση.
Πρώτον, δεν φαίνεται να τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης δοκιμαστικής περιόδου ή κάποιου ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας (π.χ. ενός έτους). Το αντίθετο μάλιστα προκύπτει από την ίδια την επίσημη εξειδίκευση: για τους δημοσίους υπαλλήλους που δεν θα έχουν συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας, θα καταβληθεί τον Δεκέμβριο του 2027 αναλογία του επιδόματος Χριστουγέννων, αναλόγως της διανυθείσας προϋπηρεσίας τους από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Επομένως, ένας νεοδιοριζόμενος υπάλληλος δεν φαίνεται να χρειάζεται να έχει ολοκληρώσει τη δοκιμαστική του υπηρεσία για να καταστεί δικαιούχος. Ούτε προκύπτει ότι το ποσό θα διαφοροποιείται ανάλογα με το μισθολογικό κλιμάκιο ή την αρχαιότητα. Η μοναδική διαφοροποίηση που έχει μέχρι στιγμής ανακοινωθεί αφορά τον χρόνο πραγματικής υπηρεσίας εντός του έτους, μέσω της αρχής της αναλογικότητας.
Ως προς τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΙΔΟΧ).
Η ενωσιακή νομοθεσία δεν αφήνει απεριόριστη ευχέρεια στον εθνικό νομοθέτη να διαφοροποιεί τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου από τους συγκρίσιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου ως προς τις συνθήκες απασχόλησης. Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου που προσαρτάται στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ ορίζει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα από τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο και μόνο λόγω της ορισμένης διάρκειας της εργασιακής τους σχέσης, εκτός εάν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η πρόσφατη με αριθμό 1028/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυσμενής μισθολογική διαφοροποίηση συμβασιούχων και μόνιμων, παραβίαζε την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και, κυρίως, δέχθηκε ότι η έλλειψη μονιμότητας, ο προσωρινός χαρακτήρας της απασχόλησης, η μικρή διάρκειά της ή ακόμη και η διαφορετική διαδικασία πρόσληψης δεν αποτελούν, από μόνες τους, αντικειμενικό λόγο ικανό να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση. Περαιτέρω, η γενική επίκληση διαφορών ως προς τη διαδικασία πρόσληψης, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της σύμβασης κρίθηκε ανεπαρκής όταν τα εγγενή χαρακτηριστικά της μονιμότητας δεν έχουν καθοριστική σημασία για τη συγκεκριμένη παροχή.
Η συλλογιστική αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική για το νέο επίδομα Χριστουγέννων. Εφόσον πρόκειται για χρηματική παροχή συνδεδεμένη με την υπηρεσιακή σχέση και τις αποδοχές –και μάλιστα παροχή που, κατά την κυβερνητική εξειδίκευση, θα προσμετράται στις τακτικές και στις συντάξιμες αποδοχές– ένας γενικός αποκλεισμός των ΙΔΟΧ αποκλειστικά και μόνο λόγω της προσωρινότητας της σύμβασής τους θα δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Πολύ περισσότερο όταν η ίδια η εξαγγελθείσα ρύθμιση έχει ήδη ενσωματώσει τον κατάλληλο μηχανισμό για την αντιμετώπιση της μικρότερης διάρκειας υπηρεσίας: την αναλογική καταβολή.
Με άλλα λόγια, εάν ένας ΙΔΟΧ εργάστηκε έξι μήνες μέσα στο έτος δίπλα σε έναν συγκρίσιμο ΙΔΑΧ ή μόνιμο υπάλληλο, η νομικά συνεπέστερη λύση είναι η αναλογική καταβολή του επιδόματος Χριστουγέννων, σύμφωνα ακριβώς με την αρχή pro rata temporis.
Ως προς τους υπαλλήλους που συνδέονται με το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ με σύμβαση ΙΔΑΧ:
Το ισχύον ενιαίο μισθολόγιο δεν αφορά αποκλειστικά τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Το άρθρο 7 του ν. 4354/2015 εντάσσει ρητώς στο πεδίο εφαρμογής του μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου στους φορείς που ορίζει ο νόμος. Συνεπώς, εάν η ένταξη του νέου επιδόματος Χριστουγέννων στο σύστημα αποδοχών του προσωπικού του Δημοσίου Τομέα που διέπεται από το ενιαίο μισθολόγιο, αφορά όχι μόνο τους μόνιμους υπαλλήλους με σύμβαση δημοσίου δικαίου, αλλά και τους υπαλλήλους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Το ίδιο ακριβώς ερώτημα τίθεται για τους εργαζομένους των ΝΠΙΔ που ανήκουν στους Γενικούς Φορείς της Κυβέρνησης. Και εδώ χρειάζεται να αποφευχθεί η απλουστευτική ταύτιση της έννοιας «δημόσιος υπάλληλος» αποκλειστικά με τον μόνιμο υπάλληλο υπουργείου ή ΝΠΔΔ. Άλλωστε το ίδιο το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4354/2015 έχει σαφώς ευρύτερο οργανικό πεδίο καταλαμβάνοντας και τους υπαλλήλους των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο μητρώο Γενικών Φορέων Κυβέρνησης. Άλλωστε και οι ίδιοι οι περικοπές του 2010 αφορούσαν ευρύτατα τον στενό αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ το ενιαίο μισθολόγιο που ακολούθησε συμπεριέλαβε ρητώς και κατηγορίες ΝΠΙΔ. Θα ήταν, επομένως, τουλάχιστον θεσμικά παράδοξο εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ, οι οποίοι υπήχθησαν στους περιορισμούς του δημόσιου μισθολογικού καθεστώτος και υπέστησαν επί δεκαπέντε περίπου χρόνια τις συνέπειες της κατάργησης των εορταστικών παροχών να θεωρηθούν τώρα εκτός του προσωπικού πεδίου μιας μερικής νομοθετικής αποκατάστασης, μόνο και μόνο επειδή ο φορέας τους έχει διαφορετική νομική μορφή. Το ασφαλέστερο, επομένως, νομοθετικό κριτήριο θα ήταν η υπαγωγή του προσωπικού στο δημόσιο μισθολογικό καθεστώς και στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4354/2015, σε συνδυασμό, βεβαίως, με τις ειδικές εξαιρέσεις που ενδεχομένως θα προβλέψει ο νέος νόμος.
Εν κατακλείδι, η εξαγγελία του επιδόματος Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ αποτελεί, τελικά, μια μερική νομοθετική επαναφορά της έννοιας της εορταστικής παροχής στο Δημόσιο, όχι επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για νέα μισθολογική παροχή, ο τρόπος με τον οποίο ο νομοθέτης θα καθορίσει τους δικαιούχους της αποκτά αυτοτελή νομική σημασία. Η δημοσιονομική ευχέρεια του νομοθέτη ως προς το αν και σε ποιο ύψος θα θεσπίσει την παροχή δεν σημαίνει απεριόριστη ευχέρεια ως προς το σε ποιους θα τη χορηγήσει. Από τη στιγμή που αποφασίζεται η θέσπισή της, το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να σέβεται τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της αντικειμενικής δικαιολόγησης των διαφοροποιήσεων και, ειδικά για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, τις δεσμεύσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Το πραγματικό νομικό ενδιαφέρον, συνεπώς, μετατοπίζεται πλέον από το ερώτημα «θα επιστρέψουν τα δώρα;», στο οποίο η Ολομέλεια του ΣτΕ έδωσε το 2026 αρνητική απάντηση, στο πολύ πιο επίκαιρο και ουσιώδες: «αφού ο νομοθέτης αποφάσισε να επαναφέρει μία εορταστική μισθολογική παροχή, με ποια συνταγματικά και ενωσιακά επιτρεπτά κριτήρια μπορεί να καθορίσει ποιος θα την πάρει και ποιος θα αποκλειστεί;». Και σε αυτό το ερώτημα, ιδίως ως προς τους ΙΔΑΧ, τους συγκρίσιμους ΙΔΟΧ και το προσωπικό των ΝΠΙΔ της Γενικής Κυβέρνησης που υπάγεται στο ενιαίο μισθολόγιο, η απάντηση του δικαίου φαίνεται ήδη πολύ πιο απαιτητική από μια απλή διάκριση μεταξύ «μονίμων» και «συμβασιούχων»
(Ο Γιάννης Καρούζος είναι δικηγόρος εργατολόγος -Η Μαριάννα Κατσιάδα Καρούζου είναι δικηγόρος δημοσιολόγος)






