Έρχονται αλλαγές για τον ΕΦΕΤ και τις επιχειρήσεις - Πώς θα γίνονται οι έλεγχοι

Η νέα απόφαση δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι έλεγχοι στις επιχειρήσεις τροφίμων.
Σε εφαρμογή τίθεται ένα νέο σύστημα αξιολόγησης των δράσεων εποπτείας στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων, μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κοινής υπουργικής απόφασης των υπουργείων Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πρόκειται για μια σημαντική μεταρρύθμιση στον τρόπο με τον οποίο θα παρακολουθείται και θα αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των ελέγχων του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), με στόχο τη βελτίωση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των δημόσιων πόρων και, κυρίως, την ενίσχυση της προστασίας της δημόσιας υγείας.
Η νέα απόφαση δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι έλεγχοι στις επιχειρήσεις τροφίμων. Εισάγει, όμως, για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο σύστημα μέτρησης της απόδοσης των εποπτικών αρχών, μέσω συγκεκριμένων δεικτών και ποσοτικών στόχων. Με βάση αυτούς, ο ΕΦΕΤ θα μπορεί να αξιολογεί αν οι έλεγχοι είναι αποτελεσματικοί, αν εντοπίζουν εγκαίρως παραβάσεις, αν βελτιώνεται η συμμόρφωση της αγοράς και αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιούνται αποδοτικά.
Στο νέο πλαίσιο, ο ΕΦΕΤ αναλαμβάνει τον ρόλο της Αρχής Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού, ενώ στην εφαρμογή του συστήματος συμμετέχουν οι Περιφερειακές Διευθύνσεις του, οι υπηρεσίες των Περιφερειών και Περιφερειακών Ενοτήτων, καθώς και οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Γενικού Χημείου του Κράτους, όπου αυτό προβλέπεται. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι το σύστημα αφορά την αξιολόγηση των δράσεων εποπτείας και όχι την αξιολόγηση του προσωπικού των υπηρεσιών.
Η απόφαση προβλέπει ότι θα καθορίζονται τόσο ετήσιοι όσο και μακροπρόθεσμοι στόχοι, οι οποίοι θα παρακολουθούνται μέσω βασικών δεικτών απόδοσης (Key Performance Indicators - KPI). Οι δείκτες αυτοί αφορούν, μεταξύ άλλων, το επίπεδο συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, το ποσοστό των παραβάσεων που εντοπίζονται, τον αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιούνται, την αποτελεσματικότητα των επανελέγχων, το λειτουργικό κόστος ανά έλεγχο, καθώς και την εκπαίδευση των ελεγκτών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στη σύνταξη ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων, η οποία θα υποβάλλεται στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και θα δημοσιεύεται κάθε χρόνο. Η έκθεση θα περιλαμβάνει στοιχεία για τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, τις κυριότερες παραβάσεις, τις διοικητικές κυρώσεις που προτάθηκαν, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων, αλλά και προτάσεις για τη βελτίωση του εποπτικού έργου και του νομοθετικού πλαισίου.
Δύο σημαντικές αλλαγές στην πράξη
Η πρώτη σημαντική αλλαγή αφορά τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων. Μέχρι σήμερα, η αποτίμηση του έργου των εποπτικών αρχών βασιζόταν κυρίως στον αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιούνταν. Πλέον, το βάρος μετατοπίζεται στην ποιότητα των ελέγχων και στα αποτελέσματά τους. Για παράδειγμα, θα αξιολογείται το ποσοστό των επιχειρήσεων που, μετά τον πρώτο έλεγχο, συμμορφώνονται χωρίς να απαιτηθεί επιβολή διοικητικών κυρώσεων, καθώς και το ποσοστό των επιχειρήσεων που εξακολουθούν να παρουσιάζουν παραβάσεις κατά τον επανέλεγχο. Με τον τρόπο αυτό, ο ΕΦΕΤ θα μπορεί να διαπιστώνει όχι μόνο αν πραγματοποιούνται πολλοί έλεγχοι, αλλά και αν αυτοί οδηγούν σε ουσιαστική βελτίωση της ασφάλειας των τροφίμων.
Η δεύτερη σημαντική αλλαγή αφορά τη διαχείριση των δημόσιων πόρων και την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των υπηρεσιών. Για πρώτη φορά εισάγεται δείκτης που μετρά το λειτουργικό κόστος ανά έλεγχο, συνυπολογίζοντας τη μισθοδοσία και τα οδοιπορικά των ελεγκτών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιούνται. Παράλληλα, θα αξιολογείται η σχέση μεταξύ του προϋπολογισμένου και του πραγματικού κόστους των ελέγχων, δίνοντας στις αρμόδιες αρχές ένα εργαλείο για τον καλύτερο σχεδιασμό και την αποτελεσματικότερη κατανομή των διαθέσιμων πόρων. Πρόκειται για μια αλλαγή που επιχειρεί να συνδέσει την ποιότητα της εποπτείας με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η αξιολόγηση των καταγγελιών που υποβάλλουν πολίτες και επιχειρήσεις. Το νέο σύστημα προβλέπει ότι θα παρακολουθείται τόσο ο αριθμός των καταγγελιών που εξετάζονται όσο και το ποσοστό εκείνων που οδηγούν τελικά στη διαπίστωση παραβάσεων και στην πρόταση επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να ενισχυθεί η αξιοπιστία του μηχανισμού καταγγελιών και να αξιολογείται αν οι διαθέσιμοι ελεγκτικοί πόροι κατευθύνονται στις υποθέσεις με τη μεγαλύτερη σημασία για τη δημόσια υγεία.
Σημαντική είναι τέλος, η πρόβλεψη για τη συνεχή εκπαίδευση των ελεγκτών, καθώς η συμμετοχή τους σε προγράμματα επιμόρφωσης καθιερώνεται ως ένας ακόμη δείκτης αξιολόγησης του συστήματος.






