ΕΛΣΤΑΤ: 1 στους 5 Έλληνες δεν έλαβε ικανοποιητική ιατρική φροντίδα όταν τη χρειάστηκε

Η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών παραμένει σημαντική, καθώς το 10,5% δηλώνει ότι επιβαρύνεται πολύ από την αγορά φαρμάκων, το 6,2% από ιατρικές υπηρεσίες και το 3,6% από οδοντιατρική φροντίδα.
Το 21,5% των Ελλήνων που χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα το 2025 δεν την έλαβαν σε ικανοποιητικό βαθμό, με το 70,9% να επικαλείται οικονομικούς λόγους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής .
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το 78,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αξιολογεί την υγεία του ως πολύ καλή ή καλή, ωστόσο ένα 14,5% τη χαρακτηρίζει μέτρια και ένα ανησυχητικό 7,0% κακή ή πολύ κακή.
Παράλληλα, σχεδόν 1 στους 4 πολίτες, ποσοστό 24,0%, δηλώνει ότι πάσχει από κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας, με τις γυναίκες να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά (26,5%) σε σχέση με τους άνδρες (21,4%). Την ίδια στιγμή, το 17,8% του πληθυσμού αντιμετωπίζει σοβαρούς ή ηπιότερους περιορισμούς στην καθημερινότητά του λόγω προβλημάτων υγείας, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργικότητα και την κοινωνική συμμετοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της σωματικής κατάστασης, καθώς το 42,1% του πληθυσμού είναι υπέρβαρο και το 12,9% παχύσαρκο, γεγονός που σημαίνει ότι περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες αντιμετωπίζουν πρόβλημα βάρους. Αντίθετα, μόλις το 43,1% βρίσκεται σε φυσιολογικά επίπεδα, ενώ ένα μικρό ποσοστό 1,9% είναι ελλιποβαρές, επιβεβαιώνοντας τη μετατόπιση προς ανθυγιεινά πρότυπα διατροφής και ζωής.
Στον τομέα της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας καταγράφονται σημαντικά κενά. Περίπου το 57,6% του πληθυσμού δήλωσε ότι χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία μέσα στον τελευταίο χρόνο, όμως το 21,5% αυτών δεν έλαβε την απαιτούμενη φροντίδα κάθε φορά που τη χρειάστηκε. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο έντονη στους οικονομικά ασθενέστερους, καθώς το 20,5% του φτωχού πληθυσμού δεν κατάφερε να εξυπηρετηθεί, έναντι 10,5% του μη φτωχού. Καθοριστικός παράγοντας παραμένει το κόστος, με το 70,9% όσων δεν έλαβαν φροντίδα να επικαλούνται οικονομικούς λόγους.
Ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια εντοπίζονται στην οδοντιατρική περίθαλψη. Σχεδόν οι μισοί πολίτες (47,4%) χρειάστηκαν σχετική φροντίδα, αλλά το 30,5% δεν την έλαβε, με βασικό λόγο επίσης το οικονομικό κόστος σε ποσοστό 71,6%. Η ανισότητα είναι εμφανής, καθώς το 20,3% των φτωχών δεν κάλυψε τις ανάγκες του έναντι 13,1% των μη φτωχών.
Οι επισκέψεις σε γιατρούς παραμένουν περιορισμένες, με το 40,0% να επισκέπτεται γενικό γιατρό 1-2 φορές τον χρόνο και μόλις το 27,0% να απευθύνεται σε ειδικούς, γεγονός που υποδηλώνει πιθανές καθυστερήσεις στη διάγνωση και θεραπεία.
Στους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, η εικόνα είναι αντιφατική. Από τη μία πλευρά, περίπου το 60,1% καταναλώνει καθημερινά λαχανικά και το 56,9% φρούτα, ενώ από την άλλη το 22,6% καπνίζει καθημερινά και το 11,8% δεν ασκείται καθόλου. Παράλληλα, το 3,8% καταναλώνει αλκοόλ σε καθημερινή βάση, ενώ το 34,3% δηλώνει πλήρη αποχή.
Τέλος, η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών παραμένει σημαντική, καθώς το 10,5% δηλώνει ότι επιβαρύνεται πολύ από την αγορά φαρμάκων, το 6,2% από ιατρικές υπηρεσίες και το 3,6% από οδοντιατρική φροντίδα. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι, παρά τη συνολικά θετική αυτοαξιολόγηση της υγείας, το σύστημα υγείας και οι οικονομικές αντοχές των πολιτών εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την πραγματική πρόσβαση και την ποιότητα περίθαλψης στην Ελλάδα.






