Header Ads


ΓΛΙΤΩΣΤΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 100€ ΤΟ ΧΡΟΝΟ!

Συγκρίνετε τις τιμές ΟΛΩΝ των παρόχων ρεύματος και βρείτε το καλύτερο!
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ!

100 χρόνια Μοντιλιάνι: Ένας ανόητος καλλιτέχνης;

«Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ′ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ′ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί».

Ο στίχος του Καββαδία ευτύχησε να μείνει στη συλλογική μνήμη και μέσα από τον σκοπό πού γραψε ο πρόσφατα χαμένος Θάνος Μικρούτσικος. Και μόνο η αναφορά του ονόματος Μοντιλιάνι αρκεί για να δώσει ο ποιητής το πρόσωπο του κοριτσιού. Για τη ζωή του Αμεντέο Μοντιλιάνι που έφυγε σαν σήμερα το 1920, στα 36 του μόλις χρόνια, έχουν γραφτεί αναρίθμητες βιογραφίες, ενώ σύγχρονοι δραματουργοί θέλησαν να την ζωντανέψουν και πάνω στο θεατρικό σανίδι. Εύλογο, γιατί ο πολυτάραχος βίος του ζωγράφου τα είχε όλα στη σύντομη διάρκειά του: γυναίκες, αλκοόλ, ναρκωτικά, όλα όσα πυροδοτούν τη φαντασία γύρω από έναν «καταραμένο καλλιτέχνη». Φαίνεται, άλλωστε, πως κι ο ίδιος το γύρεψε, σε αντίθεση με έναν άλλο ”βασανισμένο” δημιουργό, τον Βαν Γκογκ. Έκοψε το όνομά του σε Μοντί (όπου στα γαλλικά το “maudit” σημαίνει καταραμένος) και μπήκε στην καλλιτεχνική μποέμικη ζωή, όπως την εννοούσαν και τη ζούσαν τότε, με όπιο, αψέντι και κρασί.

Τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο, Εβραίων αστών, ο Αμεντέο γεννήθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Ο ερχομός του στη ζωή συνέπεσε με τη χρεωκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου και τον οικονομικό μαρασμό των γονιών του. Η μητέρα του αποφάσισε τότε να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό του σπιτιού μεταφράζοντας ποιήματα και παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα. Χάρη στα πνευματικά της ενδιαφέροντα, ο Μοντιλιάνι  γνώρισε από νωρίς τον κόσμο της τέχνης και γοητεύθηκε από αυτόν.

Σε ηλικία μόλις 12 ετών ξεκίνησε να κάνει μαθήματα ζωγραφικής και όλη μέρα ήταν κλεισμένος στο δωμάτιό του, ζωγραφίζοντας. Στα 16 του διαγνώστηκε με φυματίωση, ενώ είχε περάσει σοβαρές κρίσεις πλευρίτιδας και τύφου. Αν και φιλάσθενος, η αγάπη του για την τέχνη τον έφερε, αρχικά στη Φλωρεντία, και κατόπιν στη Βενετία. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Όπως κάθε νέος, φιλόδοξος καλλιτέχνης του καιρού του, έφυγε για το Παρίσι. Εγκαταστάθηκε στη Μονμάρτρη, όπου έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής, χάρη στην ευφυΐα και την ομορφιά του. «Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που ξέρει να ντυθεί στο Παρίσι κι αυτός είναι ο Μοντιλιάνι», έλεγε ο Πικάσο.

Σε μια από τις βιογραφίες του με τίτλο «Μοντιλιάνι: Μια ζωή», η Μέριλ Σεκρέστ ανατρέπει το μύθο του αυτοκαταστροφικού καλλιτέχνη. Υποστηρίζει ότι επίτηδες ξεκίνησε το ποτό και τα ναρκωτικά καθώς ήθελε πάση θυσία να κρύψει ένα μεγάλο μυστικό. «Ήταν χαρούμενος», γράφει, «όταν οι άλλοι τον έβλεπαν μεθυσμένο και εξαρτημένο στα ναρκωτικά. Έτσι, δεν έβλεπαν πάνω του τα σημάδια της φυματίωσης. Οι αλκοολικοί, άλλωστε, ήταν αποδεκτοί. Οι φυματικοί όχι. Το κοινωνικό στίγμα την εποχή εκείνη ήταν μεγάλο και αυτομάτως σε εξόριζε στο περιθώριο της ζωής. 

Aπό τα αριστερά Amedeo Modigliani, Picasso, και ο γάλλος ποιητής Andre Salmon. 

Ο Μοντιλιάνι προτίμησε συνειδητά να κρύψει τη θανατηφόρα ασθένειά του απ′ όλους, φίλους και ερωμένες». Έτσι, ο χαϊδεμένος γιος της ιταλικής μπουρζουαζίας σύντομα έγινε άξιος εκπρόσωπος του μποέμικου Παρισιού. Το 1907 συμμετείχε στο φθινοπωρινό σαλόνι του Γκραν Παλέ, που φιλοξενούσε έργα πρωτοπόρων δημιουργών.

Ο θαυμασμός παραμένει και σήμερα.

Όμως τα έργα του νεαρού Ιταλού διέφεραν από εκείνα που κέρδιζαν την αναγνώριση στα ταραγμένα προπολεμικά χρόνια. Πέρασαν απαρατήρητα κι εκείνος, απογοητευμένος, στράφηκε στη γλυπτική.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλα άλλαξαν στη γαλλική πρωτεύουσα: μετανάστευση, στράτευση, θάνατος διέλυσαν το κλίμα καλλιτεχνικής ευφορίας. Ο Μοντιλιάνι δήλωσε εθελοντής ανυπομονώντας να φτάσει στο μέτωπο αλλά απορρίφθηκε για λόγους υγείας. Παρέμενε φιλάσθενος και εξαιρετικά αδύναμος. Άρχισε ξανά να ζωγραφίζει. Όμως η σκόνη από το σμίλεμα του μαρμάρου  σε συνδυασμό με το ποτό και τα ναρκωτικά,  είχαν ήδη βλάψει ανεπανόρθωτα τους πνεύμονές του. Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης - και μόνης - ατομικής του έκθεσης. Οι επισκέπτες σκανδαλίστηκαν από τα γυμνά πορτρέτα και η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση! 

Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή στο Παρίσι ήταν δύσκολη. Τα τρόφιμα είχαν γίνει δυσεύρετα, το ηλεκτρικό ρεύμα παρεχόταν με δελτίο και οι κάτοικοι ζούσαν με τον φόβο των αεροπορικών επιδρομών. Ο Μοντιλιάνι, που είχε χωρίσει από την Αγγλίδα ποιήτρια Μπίατρις Χάστινγκς, έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να φύγει μαζί με τη νέα αγαπημένη του, τη νεαρή σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν. Εκείνος ήταν 33 ετών κι εκείνη 19.

H Ζαν Εμπιτέρν

Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ζωγράφισε τους πίνακες που έμελλε να γίνουν δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένοι. Και, φυσικά, η Ζαν υπήρχε παντού. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του έφτιαξε 25 πορτρέτα της! Τη ζωγράφιζε ντροπαλή, ντελικάτη, μελαγχολική, χαμένη στις σκέψεις της και πάντα πανέμορφη. Δεν έχει σωθεί σχεδόν κανένα γραπτό ντοκουμέντο για το χρονικό διάστημα που το ζευγάρι πέρασε στη νότια Γαλλία. Ξέρουμε μόνον ότι το 1918 μετακόμισαν στη Νίκαια.

Η Ζαν Εμπιτέρν

Εκεί, στις 29 Νοεμβρίου, η Ζαν γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομά της, όχι όμως και το επίθετο του πατέρα της. Υπάρχει μόνον ένα έγγραφο στο οποίο ο Μοντιλιάνι υπόσχεται να παντρευτεί την Εμπιτέρν. Δεν πρόλαβε. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 1920, στο Παρίσι, από επιπλοκές της φυματίωσης που τον βασάνιζε. Στην κηδεία του ήταν όλοι, από τον Πικάσο μέχρι τον Κονσταντίν Μπρανκούζι. Οχι όμως και η Ζαν. Είχε αυτοκτονήσει την επομένη του θανάτου του, πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός τους στον πέμπτο όροφο, εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

«Θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» είχε πει ο Μοντιλιάνι. Οι μόνιμες μούσες του βέβαια ήταν συχνά αντικείμενα βίας. Μιας χάραξε το πρόσωπο με σπασμένο γυαλί και μια άλλη την πέταξε από το παράθυρο· όταν κλαμμένη και αιμόφυρτη, τη μετέφεραν μέσα, ο ζωγράφος αρκέστηκε να πει non mea culpa, δεν ήταν σφάλμα μου.  Κι αν ο ίδιος έζησε μια ζωή στο κόκκινο, φαίνεται ότι η ζωγραφική του ήθελε να εκπέμπει αυτό που ονειρεύτηκε για τον ίδιο: πρόσωπα γαλήνια, σκιαγραφημένα με εκφραστική λιτότητα και μελαγχολική χάρη, που γέρνουν χαριτωμένα πάνω σε λαιμούς σαν μίσχους και που καταλήγουν να μοιάζουν μεταξύ τους σαν απόψεις από το ίδιο «ποτάμι». 

 

Εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του, συμβαίνει το εξής παράδοξο. Ενώ τα έργα του Μοντιλιάνι κοστίζουν μια περιουσία και ο κόσμος κυριολεκτικά συνωστίζεται κάθε φορά που γίνεται έκθεσή του, όλο και περισσότεροι τεχνοκριτικοί στέκονται σκωπτικά απέναντι στο έργο του.

«Είναι μια υπέροχη έκθεση για έναν κάπως ανόητο καλλιτέχνη», έγραψε ο τεχνοκριτικός Τζόναθαν Τζόουνς στον έγκυρο Guardian για την έκθεση που του αφιέρωσε η Tate Modern το 2017, υποστηρίζοντας ότι ”η αδυναμία του δεν ήταν απλώς ότι μιμήθηκε ζωγράφους που έμελλε να αλλάξουν την τέχνη για πάντα. Είναι ότι δεν διέθετε καν την ανησυχία και την επιθυμία για τη διαρκή αναζήτηση που χαρακτηρίζει τους σπουδαίους μοντερνιστές”.

Πέρα από τον χαρακτηρισμό, είναι μια κατάφορα στρεβλή κριτική καθώς ο ζωγράφος δεν ονειρεύτηκε ακαδημαϊκή ζωγραφική. Μπορεί να μην ακολούθησε τον κυβισμό των Μπρακ – Πικασό αλλά δεν έμεινε ασυγκίνητος στα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. H συνάντησή του, το 1909, με τον Κονσταντίν Μπρανκούζι υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της προσωπικής του ταυτότητας. Εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς και ένα σύνδεσμο με την κλασική ελληνική παράδοση.

Καρυάτιδα

Δημιούργησε αγάλματα, με επιμήκη κεφάλια, μακριές ίσιες μύτες και  μάτια αμυγδαλωτά, τις περίφημες «Καρυάτιδες» που συνιστούν γι′ αυτόν τις ιδεώδεις γυναικείες μορφές.

Παρόμοια αντιμετώπισε και τα ζωγραφικά του πορτρέτα. ”Επαναλαμβανόμενα”, ακόμη και ”βαρετά”, είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που τους αποδίδονται τα τελευταία χρόνια. «Στον καιρό τους τα έργα αυτά ήταν σκανδαλώδη, αλλά σήμερα μοιάζουν τόσο γλυκά και ωραία, ώστε μπορεί να αγγίζουν και το κιτς», διαβάζουμε στον Observer.  Κι όμως. Μέσα σε αυτήν την κριτική κρύβεται το μεγαλείο του δημιουργού. Μπορεί να κατέστησε τα μοντέλα του μη αναγνωρίσιμα, αλλά τα έκανε δικά του. Έγιναν δηλαδή γνωστά, όχι ως φωτογραφικά πορτρέτα διάσημων γυναικών της παρισινής ζωής, παρά μόνο σαν έργα του Μοντιλιάνι.

«Γιατί μ′ έκανες με ένα μόνο μάτι» τον ρώτησε ένα μοντέλο. «Γιατί έχεις δύο», απάντησε «το ένα για να βλέπεις έξω και το άλλο για να κοιτάζεις μέσα». Έτσι έγινε «η ψυχή της Ιταλίας» κατά την έκφραση του επίσης μεγάλου ζωγράφου και μαρτυρικού φίλου του Χαΐμ Σουτίν. Κι όπως ορθά παρατήρησε ο Ζαν Κοκτό που τρυφερά τον έλεγε «αριστοκράτη», όλα τα πρόσωπά του ζωγράφου μοιάζουν ίδια, επειδή ανταποκρίνονται σε ένα εσωτερικό του πρότυπο. Γι′ αυτό και όταν διαβάζουμε ή ακούμε τον στίχο ”τυφλό κορίτσι σ′ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι”, ακαριαία έρχεται στο νου ο τύπος του κοριτσιού που μας άφησε ο καλλιτέχνης. Ποιος άλλος θα το κατόρθωνε, αν όχι ένας αυθεντικός δημιουργός;

 

ollection. (Photo by: Christophel Fine Art/Universal Images Group via Getty Images)

 

 

Οι βιογραφικές πληροφορίες από το εξαιρετικό άρθρο της Τασούλας Επτακοίλη στην ”Κ” (4/12/2017)

 

Γιώργος Μυλωνάς
Από το Blogger.