«Βουλιάζει» δημογραφικά η Ελλάδα: Οι 6 νομοί όπου οι γεννήσεις κατέρρευσαν πάνω από 50%

Από τις 148.000 γεννήσεις το 1980, στις 67.000 το 2024.
Αντιμέτωπη με μια βαθιά και διαρκώς εντεινόμενη δημογραφική αλλαγή βρίσκεται η Ελλάδα, με τη μείωση των γεννήσεων να έχει ιδιαίτερα έντονο αποτύπωμα στην περιφέρεια. Η υποχώρηση της γονιμότητας, σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση των θανάτων, μεταβάλλει σταδιακά τον δημογραφικό χάρτη της χώρας.
Τα νεότερα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, που παρουσιάζονται σε μελέτη του καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή ερευνών του ΙΔΕΜ Βύρωνα Κοτζαμάνη στα «Νέα», αποτυπώνουν το μέγεθος της αλλαγής.
Από τις 148.000 γεννήσεις στις 67.000
Η πορεία των γεννήσεων είναι χαρακτηριστική. Κατά μέσο όρο, την περίοδο 1979-1980 καταγράφονταν περίπου 148.000 γεννήσεις τον χρόνο, ενώ το 2024-2025 ο αριθμός τους περιορίστηκε περίπου στις 67.000.
Παράλληλα, η ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά έχει αυξηθεί σημαντικά. Η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού από 26,2 έτη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 έφτασε τα 32,2 έτη το 2024-2025.
Η πτωτική τάση στις γεννήσεις ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και, με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, η μικρή αύξηση που καταγράφηκε εκείνη την περίοδο συνδέεται κυρίως με τη μαζική είσοδο αλλοδαπών στη χώρα μετά το 1990.
Καθοριστικό ρόλο στην πτώση των γεννήσεων έχει διαδραματίσει η μείωση της διαγενεακής γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για τις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός περιορίστηκε σε λιγότερα από 1,5 παιδιά.
Αντίστοιχα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 περιορίστηκε στα 1.240 το 2024-2025.
Σε έξι νομούς η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%
Η δημογραφική υποχώρηση, σύμφωνα με το δημοσίευμα των «Νέων», δεν έχει την ίδια ένταση σε ολόκληρη τη χώρα.
Μεταξύ 2009 και 2024, οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, όμως, η πτώση ξεπέρασε το 50%.
Πρόκειται για τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα.
Σε ακόμη δέκα περιοχές, η μείωση των γεννήσεων κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%, γεγονός που καταδεικνύει τις μεγάλες πιέσεις που δέχεται ο πληθυσμός αρκετών περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Στον αντίποδα, η εικόνα είναι διαφορετική σε αρκετές νησιωτικές περιοχές. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση των γεννήσεων ήταν μικρότερη του 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο περιορίστηκε σε ποσοστό χαμηλότερο του 15%.

Οι θάνατοι ξεπερνούν πλέον κατά πολύ τις γεννήσεις
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν συνυπολογιστούν οι θάνατοι.
Το φυσικό ισοζύγιο, δηλαδή η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων, έχει περάσει πλέον σε σταθερά αρνητικό έδαφος.
Τη δεκαετία 1971-1980 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους κατά περίπου 638.000. Την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000, ενώ την περίοδο 1991-2000 περιορίστηκε μόλις στις 22.000.
Η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως τα επόμενα χρόνια. Την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο στην πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε περίπου τις 290.000.
Το 2024 αντιστοιχούσαν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, έναντι 92 θανάτων ανά 100 γεννήσεις το 2009.
Μόλις πέντε Περιφερειακές Ενότητες είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους
Οι περιφερειακές αποκλίσεις είναι ιδιαίτερα μεγάλες.
Το 2024, μόλις πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες της χώρας είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Πρόκειται για τις Θήρα, Μύκονο, Κω, Νάξο και Ρέθυμνο.
Σε άλλες περιοχές, αντίθετα, η σχέση μεταξύ θανάτων και γεννήσεων είναι ιδιαίτερα δυσμενής.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Βύρωνα Κοτζαμάνη, σε 17 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, ενώ σε εννέα περιοχές οι θάνατοι ήταν τουλάχιστον διπλάσιοι από τις γεννήσεις.
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται τα Τρίκαλα, η Αρκαδία, το Κιλκίς, η Καρδίτσα, η Άρτα, η Ευρυτανία, η Φωκίδα, τα Γρεβενά και οι Σέρρες.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η σύγκριση ανάμεσα στη Θήρα, όπου οι γεννήσεις ήταν περίπου διπλάσιες από τους θανάτους, και στις Σέρρες, την Ευρυτανία και τα Γρεβενά, όπου αντιστοιχούσαν 3,5 ή και περισσότεροι θάνατοι για κάθε γέννηση.
Οι μεγάλες διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή συνδέονται, σύμφωνα με τη μελέτη, με τρεις βασικούς παράγοντες: την εξέλιξη της γονιμότητας, τη δημογραφική γήρανση και τις μεταναστευτικές ροές.






