3ος Πανελλήνιος Γραπτός ΑΣΕΠ 2027: Οι 76 τριάδες του ΑΣΕΠ και το OPQ32

Τι είναι η δοκιμασία εργασιακών συμπεριφορών, πώς μοιάζει στην οθόνη, τι λένε οι διεθνείς πηγές και πώς να την αντιμετωπίσει ο υποψήφιος του 3ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού ΑΣΕΠ;
Η «Δοκιμασία Εργασιακών Συμπεριφορών» είναι το κομμάτι του γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ που μπερδεύει περισσότερο τους υποψηφίους, ακριβώς επειδή δεν μοιάζει με εξέταση. Δεν έχει σωστές απαντήσεις, δεν βαθμολογεί γνώσεις και δεν προετοιμάζεται όπως ο γλωσσικός ή ο αριθμητικός συλλογισμός. Στόχος της, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμού, είναι να αξιολογήσει τις εννέα δεξιότητες του Ενιαίου Πλαισίου Δεξιοτήτων του ν. 4940/2022: τον προσανατολισμό στον πολίτη, την ομαδικότητα, την προσαρμοστικότητα, τον προσανατολισμό στο αποτέλεσμα, την οργάνωση και τον προγραμματισμό, την επίλυση προβλημάτων και τη δημιουργικότητα, τον επαγγελματισμό και την ακεραιότητα, τη διαχείριση γνώσης και την ηγετικότητα. Το ερωτηματολόγιο αποτελείται από 76 τριάδες δηλώσεων εργασιακής συμπεριφοράς που συνδέονται με την εκδήλωση αυτών των δεξιοτήτων σε ένα εργασιακό περιβάλλον.
Το εργαλείο πίσω από τη δοκιμασία δεν είναι ελληνική επινόηση. Το ερωτηματολόγιο του ΑΣΕΠ βασίστηκε στο OPQ32 (Occupational Personality Questionnaire) της βρετανικής εταιρείας SHL, ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες από οργανισμούς σε όλο τον κόσμο για την αξιολόγηση υποψηφίων και εργαζομένων και που απεικονίζει 32 συμπεριφορικά χαρακτηριστικά τα οποία επηρεάζουν την επίδοση στην εργασία. Αυτό είναι καλή είδηση για όποιον θέλει να καταλάβει τι θα συναντήσει, γιατί στο εξωτερικό υπάρχει τεράστιος όγκος εμπειρίας, οδηγών και παραδειγμάτων που μεταφέρονται σχεδόν αυτούσια στα ελληνικά δεδομένα.
Πώς μοιάζει η ερώτηση στην οθόνη
Η διεθνής εκδοχή που αντιστοιχεί στη δοκιμασία του ΑΣΕΠ είναι το OPQ32r. Στο OPQ32r ο υποψήφιος διαλέγει από τρεις δηλώσεις εκείνη που του μοιάζει περισσότερο, η επιλεγμένη δήλωση εξαφανίζεται και στη συνέχεια επιλέγει, από τις δύο που απέμειναν, εκείνη που του μοιάζει λιγότερο. Η ελληνική εφαρμογή είναι σχεδόν πανομοιότυπη, με μια μικρή διαφορά στη διατύπωση του δεύτερου βήματος. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΑΣΕΠ, ο υποψήφιος καλείται να επιλέξει τις δύο από τις τρεις δηλώσεις που τον αντιπροσωπεύουν περισσότερο σε δύο βήματα: πρώτα εκείνη που τον εκφράζει περισσότερο από τις τρεις και στη συνέχεια, από τις εναπομένουσες δύο, και πάλι εκείνη που τον αντιπροσωπεύει περισσότερο. Ουσιαστικά ιεραρχεί τις τρεις δηλώσεις σύμφωνα με τις συνήθεις συμπεριφορές του στον χώρο εργασίας. Είτε το βλέπει κανείς ως «πρώτη και δεύτερη» είτε ως «περισσότερο και λιγότερο», το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: μια πλήρης κατάταξη των τριών δηλώσεων.
Οι εικόνες που ακολουθούν είναι προσομοιώσεις της οθόνης, όπως θα την αντιμετωπίσει ο υποψήφιος. Οι δηλώσεις είναι δικές μας, γραμμένες στο πνεύμα των εννέα δεξιοτήτων, και η αντιστοίχιση κάθε δήλωσης με δεξιότητα είναι ενδεικτική ερμηνεία, όχι επίσημη πληροφορία του ΑΣΕΠ. Στην πραγματική εξέταση οι δηλώσεις θα είναι διαφορετικές, αυτό που δεν αλλάζει είναι η μηχανική.

Στο πρώτο βήμα ο υποψήφιος βλέπει και τις τρεις δηλώσεις. Αξίζει να προσέξει κανείς ότι όλες είναι θετικές και «σωστές» για έναν δημόσιο υπάλληλο: το να ολοκληρώνεις πριν ξεκινήσεις κάτι νέο, το να δοκιμάζεις εναλλακτικές όταν ένα πρόβλημα επιμένει, το να κρατάς ενήμερους τους συναδέλφους. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της μεθόδου.

Μόλις γίνει η πρώτη επιλογή, η δήλωση αποσύρεται και μένουν δύο. Ο υποψήφιος καλείται να πει ποια από αυτές τον εκφράζει περισσότερο. Η τρίτη, αυτή που δεν επιλέγεται, κατατάσσεται αυτόματα τελευταία.

Στην τελική κατάταξη φαίνεται τι μετράει το σύστημα: όχι ποια δήλωση «κέρδισε», αλλά η σειρά και των τριών. Στο παράδειγμα, ο υποψήφιος δήλωσε ότι η επίλυση προβλημάτων τον χαρακτηρίζει περισσότερο από την ομαδικότητα, και η ομαδικότητα περισσότερο από την οργάνωση. Καμία από τις τρεις δεν παίρνει «μηδέν», απλώς η κάθε μία παίρνει μια σχετική θέση.
Ο μηχανισμός της αναγκαστικής επιλογής
Ο μηχανισμός ονομάζεται διεθνώς forced choice ή ipsative format, δηλαδή αναγκαστική επιλογή. Αντί να βαθμολογεί κάθε δήλωση ξεχωριστά σε μια κλίμακα από το «διαφωνώ» ως το «συμφωνώ», ο υποψήφιος πρέπει να κάνει ανταλλάγματα ανάμεσα σε τρεις επιλογές που μπορεί όλες να ακούγονται εξίσου ελκυστικές. Ο σχεδιασμός είναι σκόπιμος: αναδεικνύει τις ισχυρότερες προτιμήσεις του και αποκαλύπτει τα χαρακτηριστικά που πραγματικά καθορίζουν τον τρόπο που δουλεύει, μειώνοντας τη δυνατότητα να επιλέξει απαντήσεις με βάση το τι νομίζει ότι θέλει να ακούσει ο εργοδότης.
Σε κάποιες περιπτώσεις οι δηλώσεις μπορεί να είναι αρνητικά διατυπωμένες, να περιγράφουν δηλαδή πράγματα που δεν αρέσουν στον υποψήφιο ή τον δυσκολεύουν. Τότε πάλι διαλέγει ανάμεσα σε τρεις εύλογες επιλογές, ακόμη κι αν καμία δεν του φαίνεται ιδανική, και ο κανόνας παραμένει ίδιος: πρώτη είναι η δήλωση που τον περιγράφει περισσότερο, όχι αυτή που ακούγεται λιγότερο κακή.

Στο παράδειγμα της παραπάνω εικόνας, ο υποψήφιος που βάζει πρώτη τη δήλωση Β παραδέχεται ότι η αναλυτική τεκμηρίωση δεν είναι το δυνατό του σημείο, ενώ βάζοντας τελευταία τη Γ δηλώνει ότι η απροθυμία να μοιραστεί γνώση δεν τον χαρακτηρίζει σχεδόν καθόλου. Αυτό είναι ένα απολύτως αποδεκτό και συνεκτικό προφίλ. Η παγίδα εδώ είναι να προσπαθήσει κανείς να βρει ποια από τις τρεις είναι «η λιγότερο επιζήμια για το Δημόσιο» και να την βάλει τελευταία, αυτό δεν είναι απάντηση για τον εαυτό του, είναι εικασία για τον βαθμολογητή, και όπως θα δούμε, το εργαλείο είναι φτιαγμένο για να το εντοπίζει.
Τι μετράει πραγματικά το εργαλείο
Το OPQ32 μετρά 32 χαρακτηριστικά προσωπικότητας ομαδοποιημένα σε τρεις ευρείες περιοχές: τις σχέσεις με τους ανθρώπους, τον τρόπο σκέψης και τα συναισθήματα. Στις σχέσεις με τους ανθρώπους ανήκουν η επιρροή (πειστικός, ελεγκτικός, ειλικρινής στη γνώμη, ανεξάρτητος), η κοινωνικότητα (εξωστρεφής, ομαδικός, κοινωνικά σίγουρος) και η ενσυναίσθηση (μετριόφρων, δημοκρατικός, φροντιστικός). Στον τρόπο σκέψης ανήκουν η ανάλυση (ορθολογικός με δεδομένα, αξιολογητικός, συμπεριφορικός), η δημιουργικότητα και αλλαγή (συμβατικός, εννοιολογικός, καινοτόμος, αναζητητής ποικιλίας, προσαρμοστικός) και η δομή (προνοητικός, προσεκτικός στη λεπτομέρεια, ευσυνείδητος, τηρητής κανόνων). Στα συναισθήματα ανήκουν οι κλίμακες χαλαρός, ανήσυχος, σκληρός, αισιόδοξος, εμπιστευτικός, συναισθηματικά ελεγχόμενος, καθώς και ο δυναμισμός με τις κλίμακες σθεναρός, ανταγωνιστικός, επιτευξιακός, αποφασιστικός.
Το ΑΣΕΠ δεν δίνει βαθμό σε αυτές τις 32 κλίμακες. Τις «μεταφράζει» στις εννέα ελληνικές δεξιότητες. Η επίσημη ανακοίνωση διευκρινίζει ότι κάθε δήλωση ενδέχεται να συνδέεται με μία ή περισσότερες δεξιότητες, ότι η βαθμολογία κάθε δεξιότητας προκύπτει από τον τρόπο ιεράρχησης κάθε τριάδας και του συνόλου τους, και ότι η τελική αξιολόγηση κάθε δεξιότητας δεν προκύπτει από μία μόνο δήλωση. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει, ενδεικτικά, σε ποια περιοχή του OPQ32 «ακουμπάει» κυρίως η κάθε ελληνική δεξιότητα.

Ένα σημείο που το ΑΣΕΠ τονίζει και αξίζει να το κρατήσει κανείς: όλες οι δεξιότητες είναι ισοδύναμες, καμία δεν έχει μεγαλύτερο συντελεστή βαρύτητας, και δεν συνδέονται με συγκεκριμένους κλάδους, οπότε δεν ισχύει, για παράδειγμα, ότι για τους ΠΕ Νομικής υπερισχύει η ομαδικότητα. Ο τελικός βαθμός που ανακοινώνεται είναι ο μέσος όρος των βαθμολογιών των εννέα δεξιοτήτων και δείχνει τον βαθμό στον οποίο ο υποψήφιος «ταιριάζει» στο επιθυμητό σύνολο συμπεριφορών που έχει οριστεί για τον ελληνικό δημόσιο τομέα. Επίσης, είναι εφικτό κάποιος να έχει υψηλή βαθμολογία σε όλες τις δεξιότητες. Αυτό το τελευταίο έχει μια πρακτική συνέπεια: το «ταίριασμα» δεν σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάσει κανείς μία δεξιότητα για να ανεβάσει μια άλλη.
Ο χρόνος και ο κανόνας του μηδενισμού
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο διεθνές OPQ32 και στην ελληνική εφαρμογή. Στο εξωτερικό, το OPQ32 είναι ένα ερωτηματολόγιο 104 μπλοκ αναγκαστικής επιλογής χωρίς χρονικό όριο και χωρίς βάση επιτυχίας, σκιαγραφείται σε σχέση με τον ρόλο και δεν «περνιέται» ή «κόβεται». Οι εργοδότες υπολογίζουν ότι διαρκεί 25 έως 35 λεπτά, αλλά αυτό είναι εκτίμηση, όχι όριο.
Στο ΑΣΕΠ, αντίθετα, το ερωτηματολόγιο τρέχει μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και οι οδηγίες προς τους υποψηφίους περιέχουν μια κρίσιμη επισήμανση: αν ο υποψήφιος δεν ολοκληρώσει ολόκληρη τη δοκιμασία, αν δηλαδή δεν απαντήσει και στις 76 τριάδες, η βαθμολογία της συγκεκριμένης δοκιμασίας μηδενίζεται. Οι ελληνικές πηγές αναφέρουν χρόνο περίπου 30 λεπτών, που μεταφράζεται σε περίπου 23 δευτερόλεπτα ανά τριάδα, ενώ άλλες αναφέρουν ότι η δοκιμασία διαρκεί 20 με 25 λεπτά χωρίς αυστηρό όριο αλλά με μηδενισμό αν δεν προλάβει κανείς. Επειδή οι πηγές δεν συμφωνούν απόλυτα, το ασφαλές συμπέρασμα είναι ένα: ο υποψήφιος πρέπει να μπει με νοοτροπία 20 δευτερολέπτων ανά τριάδα και να μην αφήσει καμία αναπάντητη, γιατί το κόστος μιας ημιτελούς δοκιμασίας είναι ολόκληρη η βαθμολογία της.
Υπάρχει στρατηγική;
Η ειλικρινής απάντηση, που συμπίπτει με ό,τι λένε όλες οι σοβαρές διεθνείς πηγές, είναι ότι υπάρχει στρατηγική αντιμετώπισης αλλά όχι στρατηγική «ξεγελάσματος». Το ίδιο το ΑΣΕΠ δηλώνει ότι για τη βέλτιστη συμμετοχή δεν απαιτείται καμία προετοιμασία και γι' αυτό δεν προτείνεται μελέτη βιβλιογραφίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο υποψήφιος πρέπει να μπει τυφλά. Σημαίνει ότι η προετοιμασία είναι εξοικείωση με τη μορφή και με τον εαυτό του, όχι απομνημόνευση.
Πρώτος κανόνας: συνέπεια
Το πρώτο και σημαντικότερο που τονίζουν οι ξένοι οδηγοί είναι το θέμα της συνέπειας. Πέρα από τις 32 διαστάσεις, το OPQ32r διαθέτει μια κλίμακα συνέπειας (consistency scale), σχεδιασμένη να μετρά αν ο υποψήφιος απαντά με συνεπή τρόπο. Όσοι κατανοούν τη διαδικασία και θέλουν να δώσουν ακριβείς απαντήσεις εμφανίζουν συνέπεια σε παρόμοιες ερωτήσεις, ενώ όσοι προσπαθούν να μαντέψουν τη «σωστή» απάντηση τείνουν να επιλέγουν ό,τι θεωρούν πιο ευνοϊκό και πέφτουν σε αντιφάσεις. Με άλλα λόγια, η ίδια δεξιότητα εμφανίζεται ξανά και ξανά μέσα στις 76 τριάδες, με διαφορετικές διατυπώσεις και σε διαφορετικούς συνδυασμούς.

Στην παραπάνω εικόνα, ο υποψήφιος έβαλε πρώτη την ομαδικότητα σε δύο τριάδες και τελευταία στην τρίτη. Ένα τέτοιο μοτίβο, αν επαναληφθεί, παράγει ένα επίπεδο και αντιφατικό προφίλ. Οι διεθνείς οδηγοί το λένε καθαρά: το φορμάτ της αναγκαστικής επιλογής πιάνει όποιον προσπαθεί να απαντήσει «ως ο ιδανικός υποψήφιος». Η καλύτερη προστασία δεν είναι να θυμάται κανείς τι απάντησε σαράντα τριάδες πριν, κάτι αδύνατο, αλλά να απαντά κάθε φορά με το ίδιο κριτήριο, δηλαδή το «τι κάνω συνήθως».
Δεύτερος κανόνας: ταχύτητα
Το δεύτερο σημείο αφορά την ταχύτητα, και εδώ η ελληνική πραγματικότητα συμπίπτει με τη διεθνή συμβουλή. Οι οδηγοί συστήνουν να διαλέγει κανείς τις δηλώσεις που πραγματικά τον εκφράζουν περισσότερο και λιγότερο, γιατί η υπερανάλυση δημιουργεί ασυνέπειες μεταξύ των απαντήσεων. Το γρήγορο, ενστικτώδες «ναι, αυτό είμαι εγώ» είναι ταυτόχρονα ο πιο συνεπής και ο πιο ασφαλής χρονικά τρόπος απάντησης. Η καθυστέρηση δεν βελτιώνει την απάντηση, τη χειροτερεύει, γιατί βάζει τον υποψήφιο να σκέφτεται «τι θέλουν να ακούσουν» αντί για «τι κάνω συνήθως».

Τρίτος κανόνας: η δεύτερη και η τρίτη θέση μετρούν
Το τρίτο σημείο, που οι περισσότεροι Έλληνες υποψήφιοι το αγνοούν, είναι ότι η δεύτερη επιλογή και η δήλωση που μένει τελευταία μετρούν εξίσου με την πρώτη. Στη διεθνή εκδοχή, οι δηλώσεις που δεν επιλέγονται ούτε ως «περισσότερο» ούτε ως «λιγότερο» θεωρούνται ουδέτερες και παίρνουν μέτρια βαθμολογία, όχι μηδέν, οπότε είναι εξίσου σημαντικό ποια δήλωση επιλέγει κανείς δεύτερη. Στην ελληνική διατύπωση, η δήλωση που κατατάσσεται τρίτη δεν είναι «λάθος», αλλά είναι εκείνη στην οποία ο υποψήφιος δηλώνει ότι η αντίστοιχη δεξιότητα τον χαρακτηρίζει λιγότερο σε σχέση με τις άλλες δύο. Επειδή κάθε δεξιότητα εξετάζεται μέσα από πολλαπλές δηλώσεις, μία τριάδα δεν «καίει» κανέναν, αλλά ένα σταθερό μοτίβο, για παράδειγμα να βάζει κανείς συστηματικά τελευταία τις δηλώσεις ηγετικότητας, σχηματίζει προφίλ.

Η παραπάνω εικόνα είναι χαρακτηριστική περίπτωση όπου ο υποψήφιος μπαίνει στον πειρασμό να «υπολογίσει». Και οι τρεις δηλώσεις είναι αυτά που θα ήθελε κανείς από έναν δημόσιο υπάλληλο. Δεν υπάρχει σωστή κατάταξη. Υπάρχει μόνο η δική του, και αυτή είναι που αξίζει να καταγραφεί.
Τέταρτος κανόνας: μην προσπαθείς να φανείς τέλειος
Το τέταρτο σημείο είναι μια παγίδα που οι ξένοι οδηγοί περιγράφουν με έμφαση: η προσπάθεια να φανεί κανείς τέλειος. Οι οδηγοί συστήνουν να μην προσπαθεί ο υποψήφιος να είναι τέλειος, γιατί το να βάζει τελευταία κάθε δήλωση που ακούγεται αρνητική είναι μοτίβο που το εργαλείο αναγνωρίζει. Στο ΑΣΕΠ, όπου και οι τρεις δηλώσεις είναι συνήθως θετικές, η παγίδα παίρνει άλλη μορφή: ο υποψήφιος προσπαθεί να μαντέψει ποια δεξιότητα «θέλει» το Δημόσιο και την ανεβάζει πάντα πρώτη. Επειδή όμως όλες οι δεξιότητες είναι ισοδύναμες και το ζητούμενο είναι ένα ισορροπημένο, συνεκτικό προφίλ, η τακτική αυτή δεν έχει κανένα κέρδος και έχει το κόστος της ασυνέπειας.

Τι μπορεί να κάνει ο υποψήφιος πριν την ημέρα της εξέτασης
Αν η προετοιμασία δεν είναι μελέτη, τι είναι; Οι διεθνείς οδηγοί προτείνουν κάτι απλό και χρήσιμο: να σκεφτεί κανείς τον εαυτό του με όρους των τριών περιοχών του OPQ32. Για τις σχέσεις με τους ανθρώπους, να αναρωτηθεί αν του αρέσει να αναλαμβάνει τον έλεγχο ή νιώθει πιο άνετα να ακολουθεί, αν απολαμβάνει να γνωρίζει νέους ανθρώπους σε επίσημες καταστάσεις ή αποφεύγει τη δικτύωση, αν είναι σίγουρος για τις αποφάσεις του ή ζητά διαρκώς την έγκριση των άλλων. Αντίστοιχες ερωτήσεις μπορεί να θέσει για τον τρόπο που χειρίζεται πληροφορίες και για το πώς αντιδρά υπό πίεση. Σκοπός της άσκησης δεν είναι να κατασκευάσει ένα προφίλ, αλλά να έχει ήδη «ξεκαθαρίσει» με τον εαυτό του, ώστε την ώρα της εξέτασης η επιλογή να είναι αντανακλαστική.
Το δεύτερο κομμάτι είναι η εξοικείωση με τη μηχανική. Ένας υποψήφιος που έχει δει και «τρέξει» δέκα ή είκοσι τριάδες σε προσομοίωση δεν χάνει τα πρώτα πολύτιμα λεπτά προσπαθώντας να καταλάβει τι του ζητάει η οθόνη. Οι ελληνικές πηγές έχουν ήδη δημοσιεύσει προσομοιώσεις με 76 τριάδες βασισμένες στο Ενιαίο Πλαίσιο Δεξιοτήτων, με τη λογική του OPQ32 προσαρμοσμένη στις εννέα δεξιότητες, και οι διεθνείς πλατφόρμες προσφέρουν αντίστοιχα δείγματα στα αγγλικά. Η αξία τους δεν είναι στο περιεχόμενο των δηλώσεων, που στην πραγματική εξέταση θα είναι διαφορετικές, αλλά στο να εξασκηθεί ο υποψήφιος στον ρυθμό: διάβασμα, πρώτη επιλογή, δεύτερη επιλογή, επόμενη, χωρίς να γυρνάει πίσω και χωρίς να ξαναδιαβάζει.
Το τρίτο κομμάτι είναι η διαχείριση της ίδιας της μέρας. Επειδή το κόστος της μη ολοκλήρωσης είναι ο μηδενισμός της δοκιμασίας, ο υποψήφιος οφείλει να παρακολουθεί τον ρυθμό του από τις πρώτες τριάδες. Αν στη δέκατη τριάδα έχουν περάσει τέσσερα με πέντε λεπτά, κινείται σωστά. Αν έχουν περάσει οκτώ, πρέπει να επιταχύνει αμέσως. Και επειδή η ταχύτητα εδώ δεν είναι εχθρός της ποιότητας αλλά σύμμαχός της, η επιτάχυνση δεν σημαίνει «πρόχειρες» απαντήσεις· σημαίνει επιστροφή στο ένστικτο.
Το συμπέρασμα για τα ελληνικά δεδομένα
Η δοκιμασία των 76 τριάδων είναι, στην ουσία της, ένα δοκιμασμένο διεθνές εργαλείο με μία ελληνική προσθήκη που το αλλάζει ριζικά ως εμπειρία: τον χρόνο και τον κανόνα του μηδενισμού. Στο εξωτερικό, ο υποψήφιος μπορεί να κάτσει με το OPQ32 όσο θέλει και το χειρότερο που μπορεί να πάθει είναι ένα προφίλ που δεν ταιριάζει στη θέση. Στο ΑΣΕΠ, το χειρότερο που μπορεί να πάθει είναι να μην τελειώσει. Όλη η στρατηγική συνοψίζεται λοιπόν σε τρεις προτάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με απομνημόνευση. Να ξέρει πώς μοιάζει η οθόνη πριν την δει. Να απαντά για το τι κάνει συνήθως, όχι για το τι θα ήθελε να κάνει ή τι νομίζει ότι ζητείται. Και να μην σταματά ποτέ.






