Το σχέδιο Τσίπρα απέναντι στις ανισότητες: Μισθοί, φόροι, ρεύμα και στέγη αλλάζουν την κατανομή του εισοδήματος

Βασικός στόχος των εξαγγελιών Τσίπρα είναι η ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, η μείωση βασικών δαπανών των νοικοκυριών και η μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στη χρηματοδότηση του κράτους.
Η οικονομική ανισότητα παραμένει σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική οικονομία, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται την τελευταία δεκαετία. Σε αυτό το πλαίσιο, το νέο σχέδιο διακυβέρνησης που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη περιλαμβάνει σειρά παρεμβάσεων με αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Βασικός τους στόχος είναι η ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, η μείωση βασικών δαπανών των νοικοκυριών και η μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στη χρηματοδότηση του κράτους.
Σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ το εισόδημα του πλουσιότερου 20% των Ελλήνων είναι 5,18 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του φτωχότερου 20%. Χαρακτηριστικό είναι ότι το φτωχότερο 20% του πληθυσμού κατέχει μόλις το 7,6% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ το πλουσιότερο 20% συγκεντρώνει το 39,3%.
Μισθοί και φορολογία
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, μία από τις σημαντικότερες προτάσεις Τσίπρα αφορά την αγορά εργασίας. Προβλέπεται κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ το 2027 και μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, σε συνδυασμό με ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η αύξηση των χαμηλότερων μισθών αποτελεί έναν από τους πιο άμεσους μηχανισμούς περιορισμού της εισοδηματικής απόστασης, εφόσον βέβαια δεν αντισταθμιστεί από αυξήσεις τιμών ή αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση.
Αναδιανεμητική λογική έχει και η φορολογική πολιτική. Η προτεινόμενη «Πατριωτική Εισφορά» προβλέπει επιβάρυνση 1% στην καθαρή περιουσία του οικονομικά ισχυρότερου 1%. Παράλληλα, προβλέπονται διπλασιασμός της έκπτωσης φόρου για οικογένειες με παιδιά, προοδευτικότερη φορολόγηση των μερισμάτων, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, το σχέδιο προβλέπει διπλασιασμό της έκπτωσης φόρου για τις οικογένειες με παιδιά, μέτρο του οποίου το εκτιμώμενο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος τοποθετείται στο 1 δισ. ευρώ. Η παρέμβαση αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα των οικογενειών, καθώς περιορίζει τη φορολογική τους επιβάρυνση. Επομένως, μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά ιδιαίτερα για νοικοκυριά με παιδιά που βρίσκονται στα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα.
Προβλέπεται επίσης κατάργηση της προκαταβολής φόρου για τις ατομικές επιχειρήσεις, με εκτιμώμενο εφάπαξ κόστος 800 εκατ. ευρώ. Η παρέμβαση αυτή δεν αποτελεί άμεση εισοδηματική μεταβίβαση, αλλά βελτιώνει τη ρευστότητα των αυτοαπασχολουμένων και των μικρών ατομικών επιχειρήσεων. Μαζί με την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, επιχειρεί να περιορίσει σταθερές φορολογικές επιβαρύνσεις που δεν συνδέονται πάντοτε άμεσα με την πραγματική οικονομική δυνατότητα του φορολογουμένου. Οι δύο συγκεκριμένες φορολογικές εξαγγελίες περιλαμβάνονται ρητά στο σχέδιο.
Μείωση του κόστους ζωής και στέγαση
Ένα δεύτερο πεδίο παρέμβασης είναι το κόστος ζωής. Ο Τσίπρας εξήγγειλε μεσοσταθμική μείωση κατά 30% στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και μείωση του ΦΠΑ στο 6% για βασικά τρόφιμα και είδη υγιεινής. Η μείωση του ΦΠΑ εκτιμάται ότι έχει ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 1,8 δισ. ευρώ. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν μεγαλύτερη σχετική επίδραση στα χαμηλά εισοδήματα, καθώς τα βασικά αγαθά απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους.
Ανάλογη λογική ακολουθεί η πολιτική για τη στέγαση, με τη δημιουργία 50.000 νέων προσιτών στεγαστικών επιλογών σε τέσσερα χρόνια. Με βάση την εκτίμηση κόστους που παρατίθεται, η παρέμβαση θα μπορούσε να απαιτήσει περίπου 6 δισ. ευρώ στην τετραετία, δηλαδή 1,5 δισ. ευρώ ετησίως.
Στο κοινωνικό κράτος προβλέπονται επίσης αύξηση κατά μέσο όρο 500 ευρώ τον μήνα για γιατρούς και νοσηλευτές και αύξηση 300 ευρώ για τους εκπαιδευτικούς, μαζί με 30.000 νέες προσλήψεις στην εκπαίδευση και φοιτητικές υποτροφίες. Οι σχετικές εξαγγελίες για Υγεία και Παιδεία αποτελούν κεντρικό τμήμα του σχεδίου.
Το κόστος και η χρηματοδότηση
Συνολικά, οι παρεμβάσεις κινούνται σε τρεις βασικές κατευθύνσεις: αύξηση των εισοδημάτων από εργασία, μείωση της φορολογικής και καταναλωτικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και ενίσχυση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών. Παράλληλα, η μεγαλύτερη επιβάρυνση του οικονομικά ισχυρότερου 1% ενισχύει τον προοδευτικό χαρακτήρα του σχεδίου.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι η χρηματοδότηση. Οι εκτιμήσεις κόστους δείχνουν ότι αρκετές από τις παρεμβάσεις απαιτούν σημαντικούς δημοσιονομικούς πόρους. Συνεπώς, η δυνατότητα του σχεδίου να μειώσει πραγματικά τις ανισότητες θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το ποιοι ωφελούνται, αλλά και από το ποιοι τελικά θα χρηματοδοτήσουν τα μέτρα.






