Ανησυχία για νέο ενεργειακό σοκ στην ευρωζώνη - Προειδοποιήσεις από τον ESM

Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας, που αποδίδεται στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν και στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει ήδη προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς.
Ένα νέο κύμα ανησυχίας διατρέχει την Ευρώπη, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή και η διατάραξη των παγκόσμιων αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου επαναφέρουν το φάσμα μιας ενεργειακής κρίσης. Σε ανάλυσή του, ο Ρολφ Στράουχ, επικεφαλής οικονομολόγος και μέλος της διοίκησης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), προειδοποιεί ότι η ευρωζώνη εισέρχεται σε αυτή τη νέα φάση πιο προετοιμασμένη από το 2022, αλλά εξακολουθεί να είναι ευάλωτη.
Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας, που αποδίδεται στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν και στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει ήδη προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί πάνω από 50%, ενώ το φυσικό αέριο καταγράφει άνοδο άνω του 65%, επίπεδα συγκρίσιμα με τις πρώτες φάσεις της κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Για την Ευρώπη, που εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, το πλήγμα μεταφράζεται σε αύξηση του πληθωρισμού και μεταφορά εισοδήματος προς τις χώρες παραγωγής.
Παρά τις ομοιότητες με το 2022, η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει σημαντικές διαφορές. Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία έχει μειωθεί δραστικά, ενώ οι πηγές προμήθειας είναι πλέον πιο διαφοροποιημένες. Παράλληλα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουν προσαρμοστεί, μειώνοντας την κατανάλωση και βελτιώνοντας την ενεργειακή αποδοτικότητα. Η ένταση ενέργειας της οικονομίας έχει υποχωρήσει αισθητά, γεγονός που περιορίζει τις επιπτώσεις από νέες αυξήσεις τιμών.
Σημαντική είναι και η πρόοδος στις υποδομές και την ενεργειακή μετάβαση. Η δυναμικότητα εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου έχει αυξηθεί, ενώ η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές –ιδίως αιολική και ηλιακή– ενισχύεται συνεχώς. Για πρώτη φορά το 2024, οι ανανεώσιμες πηγές παρήγαγαν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από το φυσικό αέριο, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών και στη μείωση των διαρθρωτικών κινδύνων.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εκτεθειμένη. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ οι ενεργοβόρες βιομηχανίες –όπως τα χημικά και τα μέταλλα– αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις. Το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη παραμένει πολλαπλάσιο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, επιβαρύνοντας την ανταγωνιστικότητα και εντείνοντας τον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ένα παρατεταμένο σοκ τιμών θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της ευρωζώνης έως και 1,2% έως το 2027, ενώ ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά. Η διάρκεια της κρίσης αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας για την ένταση των επιπτώσεων.
Οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της οικονομίας και στους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Σε αντίθεση με το 2022, τα υψηλότερα επιτόκια και οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες περιορίζουν τα περιθώρια παρέμβασης. Ο Ρολφ Στράουχ υπογραμμίζει ότι τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά, δίνοντας έμφαση στη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη για βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές. Η ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρώπης, η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης και η αναβάθμιση των υποδομών αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες για την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων.
Όπως καταλήγει η ανάλυση, η Ευρώπη έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κρίση, αλλά το ενεργειακό ζήτημα παραμένει μια από τις βασικές αδυναμίες της. Η τρέχουσα συγκυρία λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ανθεκτικότητα της οικονομίας εξαρτάται όχι μόνο από την άμεση διαχείριση των κρίσεων, αλλά και από τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ανεξαρτησίας και βιωσιμότητας.






