Header Ads

5ος Έκτακτος Εισαγωγικός ΕΣΔι Δικαστικών Υπαλλήλων 2026 - Ενδεικτικές απαντήσεις θεμάτων σε Σύνταγμα & Δικονομίες (κατηγορίες ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ)

eurokinissi

Απομένει λιγότερο από μήνας για την προφορική δοκιμασία του 5ου Έκτακτου Εισαγωγικού ΕΣΔι Δικαστικών Υπαλλήλων! Ακολουθεί η αναλυτική παρουσίαση και τεκμηριωμένη επίλυση όλων των θεμάτων που τέθηκαν προς εξέταση για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ για το μάθημα «Στοιχεία δικαίου», επιτρέποντας σε κάθε υποψήφιο/α να αξιολογήσει την επίδοσή του/της και να γνωρίζει από τώρα πού βαδίζει.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΔΕ

1. Ο Α άσκησε εναντίον του Β διεκδικητική αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ του Α. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης ο Α κατέθεσε στο ίδιο δικαστήριο αίτηση για τη διόρθωσή της, επειδή από παραδρομή αναγράφηκε λάθος, 42,50 μέτρα σαν πλευρική διάσταση του επιδίκου ακινήτου ενώ στην πραγματικότητα είναι 142,150 μέτρα.

Ερωτάται: Επιτρέπεται η διόρθωση αυτής της απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ;

Ενδεικτική απάντηση:Ναι, επιτρέπεται η διόρθωση της απόφασης, διότι πρόκειται για προφανές γραφικό σφάλμα στη διατύπωση της πλευρικής διάστασης του ακινήτου. Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση μπορεί, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να προβεί σε διόρθωση με νέα απόφαση (άρθρο 315 ΚΠολΔ).

2. Μια άτυπη ομάδα κατοίκων {χωρίς νομική προσωπικότητα μη σωματείο} στην περιοχή Ε η οποία επιδιώκει την προστασία του περιβάλλοντος, καταθέτει αγωγή κατά μιας κατασκευαστικής εταιρείας για την ακύρωση οικοδομικής άδειας. Η κατασκευαστική εταιρία προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι η <ομάδα κατοίκων> δεν έχει νομική προσωπικότητα και συνεπώς στερείται ικανότητας διαδίκου.

Ερωτάται: Έχει ικανότητα δικαίου η «άτυπη ομάδα κατοίκων»;

Ενδεικτική απάντηση: Ναι, η άτυπη ομάδα κατοίκων έχει ικανότητα διαδίκου, παρότι δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα, διότι αποτελεί ένωση προσώπων που επιδιώκει κοινό σκοπό. Σύμφωνα με το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα μπορούν να είναι διάδικοι.

3. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης:

α) ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο

β) ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου

γ) ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται εναλλακτικά στη γραμματεία του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 495 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ (τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων) «1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. […]»

4. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή:

α) χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου

β) με τη συναίνεση του εναγομένου

γ) με τη συναίνεση του εναγομένου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 296 εδ. α’ ΚΠολΔ «Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς συναίνεση του εναγομένου. […]»

5. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το σχέδιο των πρακτικών που συντάσσει ο γραμματέας κατά την προφορική συζήτηση, μετά από αίτηση των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους, διαβάζεται σε αυτούς υποχρεωτικά, αν περιλαμβάνει:

α) υποβολή ενστάσεων

β) συμβιβασμό των διαδίκων

γ) αίτημα αναβολής

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 257 ΚΠολΔ «Το σχέδιο των πρακτικών διαβάζεται στους διαδίκους ή τους πληρεξουσίους τους ύστερα από αίτησή τους υποχρεωτικά αν περιλαμβάνουν αναγνώριση, συμβιβασμό, παραίτηση ή ομολογία και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την κρίση του δικαστηρίου. Η ανάγνωση αυτή αναφέρεται στα πρακτικά.»

6. Η διάκριση των λειτουργιών σημαίνει:

α) η νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική λειτουργία ασκούνται από διαφορετικά όργανα

β) οι δικαστές εφαρμόζουν τους νόμους που ψηφίζει η βουλή

γ) η κυβέρνηση μπορεί να ακυρώνει τις αποφάσεις των δικαστηρίων

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 26 Σ (διάκριση των εξουσιών) «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού.»

7. Αστυνομικοί υπάλληλοι, καταλαμβάνουν τον Α να κλέβει τρόφιμα, από παραπλήσιο παντοπωλείο. Τον καταδιώκουν και αποφασίζουν να τον συλλάβουν έξωθεν της οικίας του. Κατόπιν διενεργούν κατεπειγόντως, έρευνα στην κατοικία του, έχοντας πληροφορίες ότι εντός αυτής βρίσκονται οι συνεργοί του και πλείστα εκ των κλοπιμαίων. Λόγω του κατεπείγοντος δεν ειδοποιήθηκε εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας.

Ερωτάται: Τυγχάνει νόμιμη η έρευνα αυτή και συμβατή με τις ισχύουσες Συνταγματικές διατάξεις; Αν όχι, ποιες είναι οι συνέπειες για τους παραβάτες;

Ενδεικτική απάντηση: Όχι, η έρευνα δεν είναι νόμιμη ούτε συμβατή με το Σύνταγμα, διότι η έρευνα σε κατοικία επιτρέπεται μόνο με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος, οι παραβάτες τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος.

8. Σύμφωνα με το Σύνταγμα οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι και δεν απολύονται:

α) ακόμη κι αν λάβει χώρα κατάργηση της οργανικής τους θέσης

β) εφόσον οι θέσεις αυτές υπάρχουν

γ) ακόμη κι αν λάβει χώρα κατάργηση της οργανικής τους θέσης και έως ότου παυθούν με δικαστική απόφαση ή απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 103 παρ. 4 εδ. α΄ του Συντάγματος (δημόσιοι υπάλληλοι) «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. […]»

9. Η ανευθυνότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, καλύπτει:

α) μόνο πράξεις που συνδέονται με τα καθήκοντά του

β) μόνο εγκλήματα πλημμεληματικού χαρακτήρα

γ) όλες τις πράξεις, ιδιωτικές και δημόσιες

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 49 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος (ευθύνη, κατηγορία, δίκη) «1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται οπωσδήποτε για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρά μόνο για εσχάτη προδοσία ή παραβίαση, με πρόθεση, του Συντάγματος. […]»

10. Οι εργαζόμενοι έχουν συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα:

α) να οργανώνονται σε Σωματεία

β) να παραιτούνται από δικαιώματα

γ) να ακυρώνουν νόμους

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος (δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι) «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια»

11. Σύμφωνα με τον Κ.Π.Δ. αίτηση για ακύρωση της απόφασης μπορεί να υποβληθεί:

α) όταν δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης

β) όταν δεν μπορεί να ασκηθεί αναίρεση κατά της απόφασης

γ) όταν δεν μπορεί να ασκηθεί αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, κατά της απόφασης

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 430 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ (αίτηση για την ακύρωση της απόφασης) «1. Ο κατηγορούμενος που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, εφόσον δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης, μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή της […]»

12. Σύμφωνα με τον Κ.Π.Δ., στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Ποινικών Δικαστηρίων δεν εμπίπτουν:

α) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

β) τα μέλη της κυβέρνησης

γ) οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι ξένων κρατών που είναι διαπιστευμένοι στην Ελλάδα

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 2 περ. β) του Συντάγματος (εξαιρέσεις από την ποινική δικαιοδοσία) «Στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν εμπίπτουν: […] β) οι διπλωματικοί αντιπρόσωποί τους που είναι διαπιστευμένοι στην Ελλάδα, […]»

13. Η προσωρινή κράτηση:

α) απαιτεί απόφαση αρμόδιου δικαστικού οργάνου, με συγκεκριμένα όρια διάρκειας

β) μπορεί να διαρκεί απεριόριστα

γ) μπορεί να αποφασιστεί μόνο μετά από καταδίκη

14. Πώς ασκείται η ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα;

Ενδεικτική απάντηση: Η ποινική δίωξη ασκείται από τον Εισαγγελέα όταν λάβει μήνυση ή αναφορά και μπορεί να κινηθεί με παραγγελία ανάκρισης, με απευθείας, κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, με διαβίβαση της δικογραφίας στον εισαγγελέα εφετών ή με αίτηση έκδοσης ποινικής διαταγής (άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ).

15. Ποιος αποκτά την ιδιότητα του κατηγορουμένου;

α) αυτός που έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα και αυτός που του αποδίδεται αξιόποινη πράξη σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης

β) αυτός που καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό από ποινικό δικαστήριο και εκκρεμεί η κατ’ έφεση δίκη του

γ) αυτός που έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 72 ΚΠΔ (ιδιότητα κατηγορούμενου) «Την ιδιότητα του κατηγορουμένου την αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο εισαγγελέας άσκησε ρητά την ποινική δίωξη και εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται η αξιόποινη πράξη»

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΕ

1. Η Κυβέρνηση στα πλαίσια της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος κατέθεσε σχετική πρόταση στη Βουλή την οποία υπογράφει το Υπουργικό Συμβούλιο με την απαιτούμενη πλειοψηφία. Σε αυτή διαλαμβάνεται η ενίσχυση των Προεδρικών αρμοδιοτήτων, δίνοντας τη δυνατότητα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προεδρεύει του Υπουργικού Συμβουλίου όσον αφορά σε θέματα εθνικής άμυνας, να διορίζει τον Υπουργό Εξωτερικών χωρίς την προσυπογραφή του Πρωθυπουργού. Τα ανωτέρω:

α) αντιβαίνουν προς την κοινοβουλευτική αρχή, προσδίδουν στο πολίτευμα χαρακτηριστικά ημιπροεδρικού συστήματος και δεν είναι συμβατά με το ισχύον Σύνταγμα

β) είναι συμβατά με το ισχύον Σύνταγμα

γ) επιτρέπονται με την έγκριση του Συμβουλίου της Επικρατείας

Ενδεικτική απάντηση: Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Συντάγματος, η μορφή του πολιτεύματος είναι η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, η οποία αποτελεί θεμέλιο της κοινοβουλευτικής αρχής. Η πρόταση για διορισμό Υπουργού Εξωτερικών χωρίς την προσυπογραφή του Πρωθυπουργού παραβιάζει ευθέως το Άρθρο 35, το οποίο ορίζει ότι καμία πράξη του ΠτΔ δεν ισχύει χωρίς την προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού, καθώς και το Άρθρο 37, που κατοχυρώνει τον ρόλο του Πρωθυπουργού στην επιλογή των μελών της κυβέρνησης. Επιπλέον, η μεταβολή αυτών των αρμοδιοτήτων αλλοιώνει τη μορφή του πολιτεύματος, η οποία, σύμφωνα με το Άρθρο 110 παρ. 1, συγκαταλέγεται στις μη αναθεωρητέες διατάξεις του Συντάγματος. Τέλος, η ίδια διαδικασία είναι τυπικά άκυρη, καθώς το Άρθρο 110 παρ. 2 προβλέπει ότι η πρωτοβουλία για την αναθεώρηση ανήκει αποκλειστικά σε ομάδα τουλάχιστον πενήντα (50) βουλευτών και όχι στο Υπουργικό Συμβούλιο.

2. Η αρχή της αναλογικότητας στο Συνταγματικό Δίκαιο επιβάλλει:

α) κάθε περιορισμό δικαιώματος να είναι πρόσφορος, αναγκαίος και σύμμετρος

β) απόλυτη απαγόρευση περιορισμών δικαιωμάτων

γ) ελεύθερη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος (αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων) «1. […] Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.»

3.Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα είναι:

α)διάχυτος και παρεμπίπτων

β) αποκλειστικά προληπτικός

γ) ασκείται μόνο από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος (διακρίσεις των δικαστηρίων) «4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.»

4. Η αρχή της δημοσιότητας της δίκης κατοχυρώνει:

α) μυστικότητα διαδικασίας

β) δημόσια διεξαγωγή, εκτός εξαιρέσεων

γ) απόλυτη απαγόρευση τηλεοπτικής κάλυψης

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος (διακρίσεις των δικαστηρίων) «2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειτια να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.»

5. Κατά το άρθρο 93 Σ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει:

α) να είναι σύντομες

β) να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες

γ) να εγκρίνονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος (διακρίσεις των δικαστηρίων) «3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.»

6. Κατά τον ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, προϋποθέτει:

α) συναίνεση του εναγομένου

β) συζήτηση στην ουσία της υπόθεσης

γ) ότι μπορεί να γίνει χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 πριν την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 294 εδ. α’ ΚΠολΔ «Ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 πριν από την κατάθεση προτάσεων από τον εναγόμενο.»

7. Η αρχή του φυσικού δικαστή σημαίνει:

α) επιλογή δικαστή από διάδικο

β) έχει συσταθεί (το Δικαστήριο) εκ των προτέρων με βάση γενικούς και αφηρημένους κανόνες

γ) διορισμό ad hoc δικαστηρίου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 8 του Συντάγματος (δικαίωμα νομίμου δικαστή) «Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος. Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.»

8. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 119, του Κ.Πολ.Δ. που επιτρέπεται να γίνουν οι επιδόσεις;

Ενδεικτική απάντηση: & Άρθρο 121 εδ. α’ ΚΠολΔ «Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 119, επιτρέπεται να γίνουν όλες οι επιδόσεις στον αντίκλητο, ακόμη και εκείνες που πρέπει να γίνουν στον ίδιο το διάδικο.»

9. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης:

α) ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο

β) ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη Δικαστική απόφαση

γ) ασκούνται με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίκλητο του αντιδίκου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 495 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ (τρόπος άσκησης των ενδίκων μέσων) «1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο. […]»

10. Ο Α άσκησε εναντίον του Β, κατοίκου Αθήνας, αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα να καταδικαστεί ο τελευταίος να του καταβάλει 250.000 ευρώ, από υπόλοιπο τιμήματος αγοραπωλησίας διαμερίσματος που βρίσκεται στην Αθήνα. Με τις προτάσεις που νόμιμα και εμπρόθεσμα κατέθεσε το Β παραδέχθηκε την κατάρτιση της αγοραπωλησίας του ακινήτου και την υποχρέωσή του για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 250.000 ευρώ από την αγορά του διαμερίσματος. Το δικαστήριο καταδίκασε τον Β στην πληρωμή του ποσού των 250.000 ευρώ. Ερωτάται:

α) ορθά αποφάσισε το δικαστήριο

β) εσφαλμένως απεφάνθη το δικαστήριο

γ) το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει μάρτυρες από την πλευρά του εναγομένου Β

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 106 ΚΠολΔ «Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.»

11. Η αρχή της έγγραφης διαδικασίας κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αληθώς σημαίνει, πως:

α) για κάθε ανακριτική πράξη κατά τη διάρκεια της προδικασίας, συντάσσεται έκθεση κατ’ άρθρα 148 επ. ΚΠΔ

β) δεν επιτρέπεται σε οποιονδήποτε πολίτη, να παρίσταται και να παρακολουθεί τη διενέργεια των επιμέρους ανακριτικών πράξεων

γ) αφορά τον τρόπο προσδιορισμού των προσώπων που συμπράττουν κατά την ανάκριση

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 241 ΚΠΔ (η ανάκριση είναι έγγραφη) «Η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως και χωρίς δημοσιότητα, διενεργείται με την παρουσία δικαστικού γραμματέα ή δεύτερου ανακριτικού υπαλλήλου ή, αν δεν υπάρχουν αυτοί, με παρουσία δύο μαρτύρων που έχουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 150. Αν δεν είναι δυνατό να βρεθούν τέτοιοι μάρτυρες, όποιος διενεργεί την ανάκριση είναι υποχρεωμένος να την ολοκληρώσει και μόνος του. Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους.»

12. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 350 ΚΠΔ, πριν ακόμα αρχίσει η εξέταση μαρτύρων, ο διευθύνων τη συζήτηση παραγγέλλει στους μάρτυρες να αποχωρήσουν στο δωμάτιο που είναι προορισμένο γι’ αυτούς. Σκοπός της διάταξης είναι:

α) οι μάρτυρες να μένουν ανεπηρέαστοι από το περιεχόμενο της κατάθεσης ήδη εξετασθέντων μαρτύρων

β) οι μάρτυρες να διαβάζουν τα έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία για να ενημερωθούν

γ) να διευκολύνουν στην ομαλή διεξαγωγή της ποινικής δίκης, ούτως ώστε κάθε ένα αποδεικτικό μέσο να εξετάζεται κεχωρισμένως

13. Η παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης γίνεται:

α) από τον ίδιο το δικαιούμενο ή από αντιπρόσωπο με ειδικό πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο στον εισαγγελέα ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται σχετική έκθεση

β) από συγγενείς α’ βαθμού με απλή έγγραφη δήλωση του δικαιούμενου

γ) από οποιοδήποτε συγγενή με απλή δήλωση του δικαιούμενου

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 54 παρ. 1 ΚΠΔ (παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος της έγκλησης) «1. Η παραίτηση από το δικαίωμα έγκλησης γίνεται από τον ίδιο τον δικαιούμενο ή από αντιπρόσωπό του που έχει ειδική πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 42, σε συμβολαιογράφο, στον εισαγγελέα ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται σχετική έκθεση.»

14. Καθήκοντα γραμματέα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, εκτελεί:

α) υπάλληλος της γραμματείας του Εφετείου

β) υπάλληλος της γραμματείας του Πρωτοδικείου

γ) υπάλληλος της γραμματείας της Εισαγγελίας

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 7 παρ. 5 ΚΠΔ (δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα) «5. Καθήκοντα γραμματέα στο μικτό ορκωτό δικαστήριο εκτελεί υπάλληλος της γραμματείας του πρωτοδικείου, […]»

15. Για την αιτιολογία μιας καταδικαστικής ποινικής απόφασης:

α) αρκεί η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου

β) δεν αρκεί η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου

γ) αρκεί η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου, όταν πρόκειται για κακούργημα

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 139 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ (αιτιολογίες) «1. […] Μόνο η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί για την αιτιολογία.»

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ)

Γνωστικό Αντικείμενο: Στοιχεία δικαίου, ιδίως συνταγματικού και δικονομικού

Συνταγματικό Δίκαιο

1. Ιστορικό: Με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων που αφορούν μεγάλες επενδύσεις, ψηφίζεται νόμος που περιλαμβάνει τις εξής ρυθμίσεις: Α) Ορίζεται ότι για τις υποθέσεις αυτές, το αρμόδιο Δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει απόφαση εντός 30 ημερών από τη συζήτηση. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η υπόθεση αφαιρείται αυτοδικαίως από τον δικαστή και ανατίθεται σε ειδικό «Συμβούλιο Ταχείας Εκδίκασης» που ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Β) Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε εκκρεμείς δίκες όπου το Δημόσιο είναι διάδικος, υποβάλλοντας «δεσμευτική ερμηνευτική δήλωση» προς το Δικαστήριο σχετικά με την έννοια των φορολογικών διατάξεων, την οποία ο δικαστής υποχρεούται να ακολουθήσει. Γ) Θεσπίζεται η υποχρέωση των δικαστών να διαβουλεύονται με εκπροσώπους της Διοίκησης πριν από την έκδοση αποφάσεων που έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, ώστε να διασφαλίζεται ότι η δικαστική κρίση δεν θα ανατρέψει τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ερώτημα: Σε ποιες διατάξεις του Συντάγματος προσκρούουν οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις; (να αιτιολογήσετε τις απαντήσεις σας)

Ενδεικτική απάντηση: Οι ρυθμίσεις αυτές είναι αντισυνταγματικές διότι παραβιάζουν τη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 του Συντάγματος) και τη δικαστική ανεξαρτησία (άρθρο 87 του Συντάγματος). Συγκεκριμένα: Α) Η αφαίρεση υπόθεσης από τον δικαστή προσκρούει στο άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή του νόμιμου δικαστή) καθώς απαγορεύεται να αφαιρείται μια υπόθεση από τον φυσικό της δικαστή και να ανατίθεται σε όργανα επιλεγμένα από την κυβέρνηση. Β) Η δεσμευτική ερμηνεία Υπουργού προσκρούει στο άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και όχι σε εντολές ή «δηλώσεις» της εκτελεστικής εξουσίας. Γ) Η διαβούλευση με τη διοίκηση προσκρούει στην προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (άρθρο 87 του Συντάγματος), καθώς η δικαστική κρίση δεν επιτρέπεται να καθοδηγείται από τη διοίκηση ούτε να εξαρτάται από δημοσιονομικές σκοπιμότητες.

2.Ιστορικό: Ο Γ, μόνιμος δικαστικός γραμματέας σε Πρωτοδικείο, κατηγορείται από τον Προϊστάμενο της Γραμματείας για επανειλημμένη αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καθαρογραφή αποφάσεων. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ενημερωμένος για το θέμα, εκδίδει απευθείας απόφαση με την οποία επιβάλλει στον Γ την ποινή της προσωρινής παύσης τριών μηνών.

Ερώτημα: Έχει ο Υπουργός Δικαιοσύνης τη συνταγματική αρμοδιότητα να επιβάλλει απευθείας πειθαρχικές ποινές σε δικαστικούς υπαλλήλους; Ποια όργανα ασκούν την πειθαρχική εξουσία επί των δικαστικών υπαλλήλων σύμφωνα με το Σύνταγμα;

Ενδεικτική απάντηση: Ο Υπουργός Δικαιοσύνης στερείται τη συνταγματική αρμοδιότητα να επιβάλλει απευθείας πειθαρχικές ποινές σε δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 4 εδ. β’ του Συντάγματος, «η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επίτροπος ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει.»

3.Ιστορικό: Το Κράτος αποφασίζει σήμερα την κατασκευή μιας νέας εθνικής οδού. Για τον σκοπό αυτό, εκδίδεται απόφαση απαλλοτρίωσης μιας έκτασης που ανήκει στον πολίτη Α, στην οποία υπάρχει η μόνιμη κατοικία του και μια μικρή επιχείρηση. Το δικας΄τηριο ορίζει μια τιμή μονάδας αποζημίωσης με βάση τις αντικειμενικές αξίες του 2018, ενώ η τρέχουσα αγοραία αξία του ακινήτου έχει διπλασιαστεί λόγω της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής. Η Διοίκηση προχωρά στην κατεδάφιση της περίφραξης του Α και στην έναρξη εργασιών, παρόλο που δεν έχει ακόμη καταβληθεί η αποζημίωση στον ιδιοκτήτη, υποσχόμενη ότι τα χρήματα θα πιστωθούν σε ειδικό λογαριασμό «εντός του επόμενου έτους».

Ερωτήματα: 3α) Ποιες είναι οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 17 παρ. 2 για να είναι νόμιμη μια αναγκαστική απαλλοτρίωση; 3β) Τι ορίζει το Σύνταγμα για το ύψος της αποζημίωσης; Η χρήση παλαιών αντικειμενικών αξιών ικανοποιεί την απαίτηση για «πλήρη αποζημίωση»; 3γ) Είναι νόμιμη η έναρξη εργασιών και η κατάληψη του ακινήτου πριν την καταβολή της αποζημίωσης;

Ενδεικτική απάντηση: 3α) Για να είναι νόμιμη η απαλλοτρίωση απαιτούνται: 1) η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας που έχει αποδειχθεί νόμιμα 2) η τήρηση της διαδικασίας που ορίζει ο νόμος και 3) η καταβολή πλήρους αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη (άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος). 3β) Το Σύνταγμα επιτάσσει ότι να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία που έχει το απαλλοτριούμενο ακίνητο κατά τον χρόνο της συζήτησης στο δικας΄τηριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της, ενώ «αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο» (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος). Η χρήση παλαιών αντικειμενικών αξιών (2018) που υπολείπονται της τρέχουσας αγοραίας αξίας δεν ικανοποιεί τη συνταγματική απαίτηση, καθώς η αποζημίωση πρέπει να επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να αντικαταστήσει το ακίνητο με άλλο ισάξιο. 3γ) Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 εδ. γ’ του Συντάγματος, «πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη». Η υπόσχεση καταβολής «εντός του επόμενου έτους» παραβιάζει την εγγύηση της ιδιοκτησίας, καθώς η προηγούμενη καταβολή αποτελεί τον όρο για τη συντέλεια της απαλλοτρίωσης.

4. Ποια πλειοψηφία απαιτείται για να γίνει δεκτό ένα νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από τη βουλή και έχει αναπεμφθεί σ’ αυτήν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας;

α) πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5)

β) η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών

γ) η απλή πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών

δ) ομόφωνη απόφαση της βουλής

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 42 παρ. 2 του Συντάγματος (έκδοση και δημοσίευση των νόμων) «2. Πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη βουλή εισάγεται στην Ολομέλειά της και, αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγραφος 2, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του.»

5. Ποια είναι η ιεραρχική θέση των διεθνών συμβάσεων μετά την επικύρωσή τους με νόμο σύμφωνα με το Σύνταγμα;

α) υπερισχύουν ακόμη και έναντι του Συντάγματος

β) δεν έχουν καμία ισχύ μέχρι να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα

γ) έχουν υπερνομοθετική ισχύ, δηλαδή υπερισχύουν από κάθε αντίθετη διάταξη κοινού νόμου

δ) είναι ισότιμες με τους κοινούς νόμους και ο νεότερος νόμος καταργεί την παλαιότερη σύμβαση

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος (κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί) «1. Οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.»

Πολιτική Δικονομία

1. Ιστορικό: Στο Μονομελές Πρωτοδικείο πρόκειται να συζητηθεί μια αγωγή του Α κατά της Β. Λίγο πριν την έναρξη της συνεδρίασης, ο Γραμματέας της έδρας συνειδητοποιεί ότι η εναγόμενη είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού στο οποίο κατοικεί ο ίδιος και με την οποία βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη για την καταβολή ενοικίων.

Ερωτήματα: 1α) Συντρέχει νόμιμος λόγος εξαίρεσης για τον παραπάνω Γραμματέα; 1β) Ποια είναι η υποχρέωση αυτού μόλις αντιληφθεί το λόγο εξαίρεσής του; 1γ) Σε ποιον οφείλει να το δηλώσει και ποιο όργανο αποφασίζει για την εξαίρεσή του;

Ενδεικτική απάντηση: 1α) Ναι. Σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 περ. στ) ΚΠολΔ, οι υπάλληλοι της γραμματείας μπορούν να εξαιρεθούν αν προκαλείται υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν έριδα ή έχθρα με κάποιον από τους διαδίκους. Η ενεργός δικαστική διαμάχη για ενοίκια στοιχειοθετεί σαφή λόγο εξαίρεσης. 1β) Σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι υπάλληλοι της γραμματείας μονομελών πρωτοδικείων, «αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο του πρωτοδικείου και να απόσχουν από τα καθήκοντά τους, εωσότου αυτός αποφασίσει». 1γ) Σύμφωνα με το άρθρο 54 εδ. γ’ ΚΠολΔ, σε περίπτωση εξαίρεσης υπαλλήλου γραμματείας, αρμόδιος να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι ο προϊστάμενος του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος.

2. Ιστορικό: Το Μονομελές Πρωτοδικείο εξέδωσε απόφαση με την οποία υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ. Ωστόσο, μετά τη δημοσίευση, παρατηρείται ότι ενώ στο σκεπτικό της απόφασης ο δικαστής δέχεται ότι το χρέος είναι 15.000 ευρώ, στο διατακτικό (στο τέλος της απόφασης), από παραδρομή κατά την πληκτρολόγηση, γράφτηκε το ποσό των 1.500 ευρώ.

Ερωτήματα: 2α) Μπορεί το δικαστήριο να διορθώσει αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους το λάθος στο ποσό; 2β) Πώς εισάγεται η υπόθεση της διόρθωσης στο δικαστήριο; Πρέπει να κλητευθούν οι διάδικοι της αρχικής δίκης και ποια είναι η προθεσμία κλήτευσης; 2γ) Αν το δικαστήριο εκδώσει διορθωτική απόφαση, ποια είναι η κρίσιμη ενέργεια στην οποία πρέπει να προβεί ο γραμματέας πάνω στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώθηκε;

Ενδεικτική απάντηση: 2α) Ναι, το δικαστήριο μπορεί να διορθώσει αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου λάθη που οφείλονται σε παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ. Η αναντιστοιχία μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού αποτελεί κλασική περίπτωση γραφικού λάθους που επιδέχεται διόρθωση. 2β) Σύμφωνα με το άρθρο 318 παρ. 1 ΚΠολΔ, «η συζήτηση γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται ή ερμηνεύεται, και αφού κληθούν οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση. Αν τη διόρθωση την προκαλεί το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η κλήση των διαδίκων γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου.» 2γ) Μόλις δημοσιευθεί η διορθωτική απόφαση, ο γραμματέας οφείλει να σημειώσει στο περιθώριο της απόφασης που διορθώθηκε (το πρωτότυπο) ότι αυτή διορθώθηκε με την αριθμό τάδε νέα απόφαση, αναγράφοντας τη χρονολογία και τον αριθμό της, σύμφωνα με το άρθρο 320 ΚΠολΔ.

3.Ιστορικό: Στον πολίτη Α επιδίδεται μια δικαστική απόφαση την Παρασκευή 10 Μαΐου. Ο νόμος ορίζει ότι ο Α έχει προθεσμία 30 ημερών από την επίδοση για να ασκήσει έφεση. Ο δικηγόρος του Α θεωρεί ότι η καταμέτρηση των 30 ημερών ξεκινάει την ίδια ημέρα (Παρασκευή 10 Μαΐου), ενώ ο Α πιστεύει ότι η Παρασκευή δεν μετράται καθόλου. Τελικά, η 30η ημέρα μετά την επίδοση συμπίπτει με Σάββατο. Ο Α προσέρχεται στη γραμματεία του δικαστηρίου για να καταθέσει την έφεσή του τη Δευτέρα, δηλαδή την 32η ημέρα, ισχυριζόμενος ότι εφόσον η προθεσμία έληγε Σάββατο, μεταφέρεται αυτόματα στην επόμενη εργάσιμη. Επίσης, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας των 30 ημερών, μεσολαβεί η εορτή του Αγίου Πνεύματος (που είναι αργία για τα δικαστήρια). Ο Α υποστηρίζει ότι η ημέρα αυτή πρέπει να αφαιρεθεί από το σύνολο των 30 ημερών και να προστεθεί μία επιπλέον ημέρα στο τέλος.

Ερωτήματα: 3α) Ποια ημέρα θεωρείται ως η «αφετηρία» της προθεσμίας σύμφωνα με τον ΚΠολΔ; Μετράμε την ημέρα της επίδοσης; 3β) Τι προβλέπει ο ΚΠολΔ για τις προθεσμίες που λήγουν σε Σάββατο, Κυριακή ή εξαιρετέα ημέρα; Είναι έγκυρη η έφεση που κατατέθηκε τη Δευτέρα; 3γ) Οι ενδιάμεσες αργίες (αυτές που μεσολαβούν από την αρχή έως τη λήξη), όπως εν προκειμένω η αργία του Αγίου Πνεύματος, επηρεάζουν τη διάρκεια της προθεσμίας;

Ενδεικτική απάντηση: 3α) Σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγράφου αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της επίδοσης. Επομένως, η ημέρα της επίδοσης (Παρασκευή 10 Μαΐου) δεν υπολογίζεται στην 30ήμερη προθεσμία. Η καταμέτρηση ξεκινά από το Σάββατο 11 Μαΐου. 3β) Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας (η 30ή ημέρα) είναι Σάββατο, Κυριακή ή εξαιρετέα ημέρα (αργία) τότε η προθεσμία παρατείνεται αυτοδικαίως έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας (άρθρο 144 παρ. 1 & 3 ΚΠολΔ). Εφόσον η 30η ημέρα έληγε Σάββατο, η έφεση που κατατέθηκε τη Δευτέρα είναι απολύτως έγκυρη και εμπρόθεσμη. 3γ) Οι ενδιάμεσες αργίες (όπως η εορτή του Αγίου Πνεύματος) δεν επηρεάζουν τη διάρκεια της προθεσμίας. Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα των προθεσμιών, οι ημέρες αυτές συνυπολογίζονται κανονικά στο σύνολο των 30 ημερών. Μόνο αν η τελευταία ημέρα συμπέσει με αργία μετατίθεται η λήξη. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Α για προσθήκη επιπλέον ημέρας λόγω της αργίας του Αγίου Πνεύματος είναι νομικά εσφαλμένος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πότε επιτρέπεται να υπογράψει το πρωτότυπο της απόφασης μόνο ο γραμματέας;

α) σε καμία περίπτωση, η απόφαση είναι άκυρη χωρίς υπογραφή δικαστή

β) όταν κωλύονται όλοι οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, καθώς και ο προϊστάμενος του δικαστηρίου

γ) όταν η απόφαση είναι ομόφωνη

δ) όταν ο δικαστής διαφωνεί με το περιεχόμενο της απόφασης

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 306 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ «2. […] Αν όλοι τους κωλύονται, υπογράφει ο προϊστάμενος του δικαστηρίου και, αν ούτε αυτός υπάρχει, υπογράφει μόνο ο γραμματέας.»

5. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τι συμβαίνει αν μια υπόθεση αναβληθεί από το πινάκιο σε μεταγενέστερη δικάσιμο;

α) πρέπει να γίνει νέα επίδοση κλήσης προς συζήτηση σε κάθε περίπτωση

β) η υπόθεση διαγράφεται οριστικά και πρέπει να κατατεθεί νέα αγωγή

γ) η αναβολή επιτρέπεται μόνο μία φορά και μετά η υπόθεση καταργείται

δ) η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ’ ΚΠολΔ «4. […] Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.»

Ποινική Δικονομία

1. Ιστορικό: Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο εκδικάζεται μια υπόθεση κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο που αφαίρεσε του ανήκει κατά κυριότητα βάσει μιας κληρονομίας που εκκρεμεί στα αστικά δικαστήρια. Ζητά από το ποινικό δικαστήριο να αναβάλει τη δίκη μέχρι να αποφανθεί το πολιτικό δικαστήριο για την κυριότητα.

Ερώτημα: Έχει το ποινικό δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει ζητήματα αστικής φύσης που επηρεάζουν την ποινική δίκη, όπως εν προκειμένω το ζήτημα της κυριότητας επί του φερομένου ως κλοπιμαίου κινητού πράγματος ή πρέπει να αναβάλει υποχρεωτικά την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι το τέλος της πολιτικής δίκης;

Ενδεικτική απάντηση: Σύμφωνα με το άρθρο 61 εδ. α’ ΚΠΔ, «όταν στο πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ή διοικητικής. […]»

2.Ιστορικό: Σε μια δίκη για σωματική βλάβη, το δικαστήριο έρχεται αντιμέτωπο με τις εξής καταστάσεις: Έχει κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να καταθέσει τίποτα εναντίον του. Επίσης, απουσιάζει ένας αυτόπτης μάρτυρας. Ο Εισαγγελέας δηλώνει ότι ο απών μάρτυρας είναι «ουσιώδης», ότι η κατάθεσή του είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της αλήθειας και προτείνει την αναβολή της δίκης.

Ερωτήματα: 2α) Έχει δικαίωμα η σύζυγος του κατηγορουμένου να αρνηθεί τη μαρτυρία της; 2β) Ποιο κριτήριο θέτει ο νόμος προκειμένου να αναβάλει το δικαστήριο την εκδίκαση της υπόθεσης λόγω απουσίας κάποιου μάρτυρα; 2γ) Όταν η δίκη αναβάλλεται σε ρητή δικάσιμο (συγκεκριμένη ημερομηνία), λόγω της απουσίας κάποιου μάρτυρα, χρειάζεται νέα κλήτευση των υπολοίπων μαρτύρων και του κατηγορουμένου, που ήταν παρόντες;

Ενδεικτική απάντηση: 2α) Ναι, η σύζυγος έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη μαρτυρία της στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 222 εδ. α’ ΚΠΔ. 2β) Το κριτήριο για την αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρα είναι αν η εμφάνισή του κρίνεται αναγκαία για την αποκάλυψη της αλήθειας, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠΔ. 2γ) Όχι, δεν απαιτείται νέα κλήτευση, σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ. 3 ΚΠΔ, η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες (διαδίκους, μάρτυρες, πραγματογνώμονες) και η ανακοίνωση αυτή επέχει θέση κλήτευσης. Συνεπώς, κλητεύονται μόνο οι απόντες.

3. Ιστορικό: Κατά τη διάρκεια δίκης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο για την κατηγορία της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ο συνήγορος υπεράσπισης υποβάλλει ένα αυτοτελή ισχυρισμό – αίτημα για την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ). Ο Δικαστής, προκειμένου να κερδίσει χρόνο λόγω του φορτωμένου πινακίου, προχωρά αμέσως στην απόρριψη του ισχυρισμού – αιτήματος με μια σύντομη προφορική αιτιολογία, χωρίς να ζητήσει προηγουμένως την πρόταση του παριστάμενου Εισαγγελέα και χωρίς να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο για να δευτερολογήσει επί του συγκεκριμένου αιτήματος. Στη συνέχεια, εκδίδει την τελική απόφαση, με την οποία απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης. Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Δικαστή, διαμαρτυρήθηκε ότι η εν λόγω απόφαση είναι άκυρη.

Ερώτημα: Πώς χαρακτηρίζετε από άποψη νομιμότητας από την παραπάνω περιγραφόμενη διαδικασία έκδοσης της παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόρριψης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού – αιτήματος του κατηγορουμένου;

Ενδεικτική απάντηση: Η διαδικασία είναι παράνομη και η απόφαση πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς ο δικαστής παρέλειψε να ζητήσει την πρόταση του εισαγγελέα και να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο (άρθρο 367 παρ. 1 ΚΠΔ). Η στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να μιλήσει τελευταίος επί του αυτοτελούς ισχυρισμού παραβιάζει τη ρητή διάταξη του άρθρου 367 παρ. 3 ΚΠΔ.

4. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πότε μια καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου είναι εκτελεστή;

α) μόλις καθαρογραφεί στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου

β) μόλις γίνει αμετάκλητη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά

γ) όταν κοινοποιηθεί εγγράφως στον καταδικασθέντα από δικαστικό επιμελητή

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 545 ΚΠΔ (πότε η απόφαση είναι εκτελεστή) «Η καταδικαστική απόφαση και κάθε διάταξη του δικαστή ή του εισαγγελέα εκτελείται μόλις γίνει αμετάκλητη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά σε ειδικές περιπτώσεις.»

5. Τι προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση;

α) η άρνηση αυτή αναγράφεται υποχρεωτικά στα πρακτικά

β) ο κατηγορούμενος τιμωρείται αμέσως με πρόστιμο για απείθεια

γ) η δίκη διακόπτεται μέχρι ο κατηγορούμενος να αποφασίσει να μιλήσει

δ) θεωρείται αυτόματα ότι ο κατηγορούμενος ομολογεί την ενοχή του

Ενδεικτική απάντηση: Άρθρο 365 παρ. 3 ΚΠΔ (απολογία του κατηγορουμένου) «3. Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, αυτό αναγράφεται στα πρακτικά.»

#ΘΕΣΕΙΣ_ΕΡΓΑΣΙΑΣ #ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ #ΕΣΔΙ #ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ_ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ #ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ #ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ #ΑΣΚΗΣΕΙΣ
Η συνέχεια εδώ
Από το Blogger.