ΔΝΤ: Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάζει ενέργεια, εφοδιαστικές αλυσίδες και αγορές

Οι αυξημένες τιμές ενέργειας λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε έναν νέο παγκόσμιο οικονομικό κλυδωνισμό, επηρεάζοντας την ενέργεια, το εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, σύμφωνα με ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που δημοσιεύθηκε στις 30 Μαρτίου 2026. Όπως επισημαίνεται, οι επιπτώσεις είναι παγκόσμιες αλλά άνισες, με τις χώρες που εισάγουν ενέργεια, τις φτωχότερες οικονομίες και τα κράτη με περιορισμένα δημοσιονομικά αποθέματα να πλήττονται περισσότερο.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρές καταστροφές στις οικονομίες των χωρών που βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγκρουσης, με ζημιές σε υποδομές και βιομηχανία που ενδέχεται να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες. Παρά την ανθεκτικότητά τους, οι προοπτικές ανάπτυξης βραχυπρόθεσμα αναμένεται να επιδεινωθούν. Ταυτόχρονα, μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης και της Ασίας που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας αντιμετωπίζουν αυξημένα κόστη καυσίμων και παραγωγής, καθώς περίπου το 25-30% του παγκόσμιου πετρελαίου και το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, μια περιοχή που επηρεάζεται άμεσα από τη σύγκρουση.
Οι αυξημένες τιμές ενέργειας λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Για τις χώρες που εισάγουν καύσιμα, η αύξηση των τιμών ισοδυναμεί με μια ξαφνική μείωση εισοδήματος. Στην Ευρώπη, το σοκ επαναφέρει τον φόβο της ενεργειακής κρίσης του 2021-2022, με χώρες όπως η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες λόγω εξάρτησης από ηλεκτροπαραγωγή με φυσικό αέριο, ενώ η Γαλλία και η Ισπανία εμφανίζονται πιο προστατευμένες λόγω πυρηνικής ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών.
Αντίθετα, χώρες που εξάγουν πετρέλαιο και μπορούν να συνεχίσουν τις εξαγωγές τους ενδέχεται να δουν βελτίωση στα δημόσια οικονομικά και στο ισοζύγιο πληρωμών λόγω των υψηλών τιμών. Ωστόσο, όπου οι εξαγωγές περιορίζονται από τη σύγκρουση ή την αστάθεια, τα οφέλη αυτά μειώνονται σημαντικά, ενώ η αβεβαιότητα και το αυξημένο ρίσκο ενδέχεται να περιορίσουν επενδύσεις και ανάπτυξη.
Παράλληλα, ο πόλεμος επηρεάζει και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η αλλαγή δρομολογίων για δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία αυξάνει τα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης και προκαλεί καθυστερήσεις στις παραδόσεις. Οι διαταραχές στις μεταφορές επηρεάζουν επίσης τον τουρισμό και το διεθνές εμπόριο. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διακοπή στη μεταφορά λιπασμάτων, καθώς περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων μεταφορών περνά από την περιοχή του Ορμούζ, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών τροφίμων και σε προβλήματα παραγωγής.
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές για τις φτωχότερες χώρες, όπου τα τρόφιμα αποτελούν μεγάλο ποσοστό των δαπανών των νοικοκυριών. Η αύξηση των τιμών τροφίμων και λιπασμάτων δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα αλλά και κοινωνικό και πολιτικό, καθώς μπορεί να προκαλέσει αναταραχές σε χώρες με περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας και τροφίμων αναμένεται να ενισχύσει τον πληθωρισμό παγκοσμίως. Ιστορικά, οι αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου οδηγούν σε υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη. Αν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θεωρήσουν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός, μπορεί να αυξηθούν οι μισθολογικές απαιτήσεις και οι τιμές, καθιστώντας πιο δύσκολο τον έλεγχο του πληθωρισμού χωρίς επιβράδυνση της οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη αντιδράσει αρνητικά, με πτώση των χρηματιστηρίων, άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων και αύξηση της μεταβλητότητας. Αν και οι αντιδράσεις των αγορών παραμένουν μέχρι στιγμής ελεγχόμενες σε σχέση με άλλες παγκόσμιες κρίσεις, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν γίνει πιο αυστηρές, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για κράτη και επιχειρήσεις.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τονίζει ότι οι επιπτώσεις του πολέμου είναι ταυτόχρονα παγκόσμιες αλλά και πολύ διαφορετικές από χώρα σε χώρα. Για ορισμένες οικονομίες, η κρίση μπορεί να σημαίνει αυξημένα έσοδα από εξαγωγές ενέργειας, ενώ για άλλες σημαίνει επιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών και νέα πίεση στο κόστος ζωής. Το πρόβλημα γίνεται πιο σοβαρό καθώς πολλές χώρες έχουν ήδη υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένα περιθώρια για δημοσιονομική στήριξη.
Το Ταμείο δηλώνει ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και θα παρουσιάσει αναλυτικές προβλέψεις στις επόμενες εκθέσεις για την παγκόσμια οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τονίζοντας ότι σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας όλο και περισσότερες χώρες θα χρειαστούν οικονομική στήριξη.






