Στο μικροσκόπιο της εφορίας χιλιάδες τραπεζικοί λογαριασμοί για φοροδιαφυγή

Ήδη έχουν ολοκληρωθεί έλεγχοι σε τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογουμένων, για τους οποίους είχε εκδοθεί εντολή ελέγχου στο ΟΠΣ ELENXIS.
Στο μικροσκόπιο των φορολογικών αρχών βρίσκονται εκατοντάδες τραπεζικοί λογαριασμοί φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς η εντατική χρήση του Συστήματος Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας έχει οδηγήσει σε πλήρη χαρτογράφηση της οικονομικής τους δραστηριότητας και στον εντοπισμό σοβαρών παρατυπιών.
Ήδη έχουν ολοκληρωθεί έλεγχοι σε τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογουμένων, για τους οποίους είχε εκδοθεί εντολή ελέγχου στο ΟΠΣ ELENXIS, λόγω ενδείξεων φοροδιαφυγής και ξεπλύματος μαύρου χρήματος.
Οι έλεγχοι πλέον δεν περιορίζονται μόνο στις τραπεζικές καταθέσεις. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων εξετάζει δάνεια, ρυθμίσεις οφειλών, πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες, ρέπος, παράγωγα, μετοχές, επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα, λογαριασμούς πληρωμών, ηλεκτρονικά πορτοφόλια, αλλά και τραπεζικές θυρίδες. Με αυτόν τον τρόπο, η φορολογική διοίκηση αποκτά πλήρη εικόνα για κάθε ΑΦΜ, έχοντας πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα χρηματοοικονομικών στοιχείων.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων, με αιχμή το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου, το οποίο επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να ξεκινά γρήγορα και στοχευμένα τους ελέγχους.
Το σύστημα ομαδοποιεί τα «σήματα κινδύνου» που προκύπτουν όταν τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν επαρκούν για να καλύψουν καταθέσεις, κατανάλωση, αγορές περιουσιακών στοιχείων, επενδύσεις ή πληρωμές δανείων και καρτών.
Τέτοιες ενδείξεις μπορεί να αφορούν μεγάλες ή συχνές καταθέσεις που δεν δικαιολογούνται, αγορές ακινήτων ή ακριβών αγαθών χωρίς εμφανή πηγή χρηματοδότησης, δραστηριότητες κλάδων υψηλού κινδύνου ή πληροφορίες από τρίτους και το εξωτερικό.
Κεντρικό εργαλείο στους ελέγχους αποτελεί το BANCAPP, το αυτοματοποιημένο σύστημα διασταύρωσης τραπεζικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων της ΑΑΔΕ.
Με την έκδοση εντολής ελέγχου, αποστέλλεται αυτομάτως αίτημα άρσης τραπεζικού και χρηματοοικονομικού απορρήτου, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, και συλλέγονται στοιχεία έως και πέντε έτη πίσω.
Όταν εντοπίζεται προσαύξηση περιουσίας που δεν δικαιολογείται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, αυτή θεωρείται φορολογητέο εισόδημα ή κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα και επιβαρύνεται με φόρο 33%.






