Αναταράξεις στα βιομηχανικά μέταλλα λόγω πληθωρισμού - Στο επίκεντρο ο χαλκός

Οι αυξανόμενοι φόβοι για τον πληθωρισμό προκαλούν έντονες αναταράξεις στην αγορά βιομηχανικών μετάλλων, με τον χαλκό, το αλουμίνιο και τον ψευδάργυρο να καταγράφουν ισχυρές διακυμάνσεις, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας υπό το βάρος των υψηλών επιτοκίων και της μεταβλητότητας στις αγορές ομολόγων.
Ο χαλκός, που θεωρείται βασικός δείκτης της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας λόγω της ευρείας χρήσης του σε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, μηχανήματα και κατασκευές, υποχώρησε αρχικά κατά 1,3% στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου για τα συμβόλαια Αυγούστου, πριν ανακάμψει κατά 0,5%, διαμορφούμενος στα 13.477 δολάρια ανά τόνο. Παρότι οι τιμές παραμένουν κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η αγορά δείχνει να βρίσκεται σε φάση έντονης αβεβαιότητας.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι πιέσεις προέρχονται ταυτόχρονα από την πλευρά της προσφοράς και της ζήτησης. Στον ψευδάργυρο, περίπου το 55% της τελικής ζήτησης συνδέεται με τον κατασκευαστικό κλάδο, γεγονός που καθιστά το μέταλλο ιδιαίτερα ευάλωτο σε ενδεχόμενη οικονομική επιβράδυνση. Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος ενέργειας, καυσίμων και εκρηκτικών συνεχίζει να επιβαρύνει την παραγωγή, ενώ οι ευρωπαϊκές μονάδες τήξης παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στις τιμές ενέργειας.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στο αλουμίνιο, όπου η περιορισμένη προσφορά συγκρούεται με την υποτονική ζήτηση σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Το μέταλλο, κρίσιμο για τη βιομηχανία ηλεκτρονικών, μεταφορών, κατασκευών και φωτοβολταϊκών, επηρεάζεται έντονα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Περίπου το 9% της παγκόσμιας παραγωγής αλουμινίου προέρχεται από την περιοχή και οι εξαγωγές έχουν περιοριστεί μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, εντείνοντας τους φόβους για νέες διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Wood Mackenzie εκτιμά πάντως ότι η αδύναμη ζήτηση δεν επαρκεί για να στηρίξει μια άνοδο του αλουμινίου προς τα 4.000 δολάρια ανά τόνο βραχυπρόθεσμα, παρά τις πιέσεις στην προσφορά.
Στην αγορά χαλκού, οι αναλυτές κάνουν λόγο για μια «μάχη» μεταξύ μακροοικονομικών πιέσεων και θεμελιωδών παραγόντων. Η ισχυρή αφήγηση που στήριξε το μέταλλο το 2025 - με ελλείψεις στην εξόρυξη και αυξανόμενη ζήτηση από την ενεργειακή μετάβαση - εξακολουθεί να λειτουργεί υποστηρικτικά. Ωστόσο, οι ανησυχίες για υψηλότερα επιτόκια και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας περιορίζουν τη δυναμική.
Οι τιμές του χαλκού κορυφώθηκαν πρόσφατα κοντά στα 14.500 δολάρια ανά τόνο, πριν σταθεροποιηθούν κάτω από αυτό το επίπεδο. Στην Κίνα, οι υψηλές τιμές έχουν οδηγήσει σε επιφυλακτικότητα τη φυσική αγορά, ενώ οι χαμηλές αποδόσεις των κινεζικών κρατικών ομολόγων αντανακλούν την αδυναμία του μεταποιητικού και κατασκευαστικού τομέα να στηρίξουν ισχυρότερη ζήτηση.
Ταυτόχρονα, τα προβλήματα στην προσφορά παραμένουν έντονα. Η πλήρης επαναλειτουργία του ορυχείου Grasberg στην Ινδονησία - του δεύτερου μεγαλύτερου ορυχείου χαλκού παγκοσμίως - μετατέθηκε για το 2028 μετά την κατολίσθηση του 2025, ενώ πλημμύρες στο Kamoa-Kakula στο Κονγκό και ατύχημα στο El Teniente στη Χιλή επηρέασαν επίσης την παραγωγή.
Παρά τις μακροπρόθεσμες προοπτικές που δημιουργούν επενδύσεις σε δίκτυα ηλεκτρισμού και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, οι αναλυτές σημειώνουν ότι η πραγματική κατανάλωση από τα data centers δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη φυσική αγορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο χαλκός εκτιμάται ότι θα παραμείνει βραχυπρόθεσμα σε εύρος 13.200-13.800 δολαρίων ανά τόνο, με περαιτέρω άνοδο να προϋποθέτει αποκλιμάκωση στις αποδόσεις των ομολόγων και σαφέστερη ανάκαμψη της κινεζικής βιομηχανίας.






