Η Ελλάδα όμηρος του φυσικού αερίου – Αυτόματα οι αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος

Κάθε σημαντική αύξηση της διεθνούς τιμής του καυσίμου μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα και στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Η ισχυρή εξάρτηση της Ελλάδας από το φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας καθιστά τη χώρα ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις, σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή απειλούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Με το φυσικό αέριο να καλύπτει περίπου το 54% του ενεργειακού μίγματος ηλεκτροπαραγωγής, κάθε σημαντική αύξηση της διεθνούς τιμής του καυσίμου μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα και στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η τιμή του ρεύματος δεν καθορίζεται από το μέσο κόστος παραγωγής, αλλά από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή είναι μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, ακόμη και όταν μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, η τελική τιμή συχνά καθορίζεται από το φυσικό αέριο, γεγονός που καθιστά τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ιδιαίτερα ευαίσθητες στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς.
Για την ελληνική οικονομία, αυτή η εξάρτηση μεταφράζεται σε τρεις βασικούς κινδύνους. Πρώτον, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος επηρεάζονται περισσότερο από διεθνείς κρίσεις σε σχέση με χώρες που διαθέτουν πυρηνική ενέργεια ή πολύ υψηλότερο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών. Δεύτερον, αυξάνεται το εμπορικό έλλειμμα της χώρας, καθώς η Ελλάδα αναγκάζεται να εισάγει ακριβότερο φυσικό αέριο. Τρίτον, ενισχύεται ο κίνδυνος ενεργειακής αστάθειας σε περίπτωση προβλημάτων στον εφοδιασμό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Σε ένα σενάριο όπου η τιμή του φυσικού αερίου διπλασιαστεί, είναι πολύ πιθανό να σημειωθεί μεγάλη αύξηση στη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία στη συνέχεια μεταφέρεται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αυξάνοντας τον πληθωρισμό, το κόστος παραγωγής και τελικά τις τιμές προϊόντων και ενοικίων.
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κατάσταση εμφανίζεται προς το παρόν σχετικά ελεγχόμενη παρά τις διαταραχές που έχουν προκληθεί στις παγκόσμιες ροές φυσικού αερίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και του ουσιαστικού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Αν και περίπου το 20% του παγκόσμιου LNG διέρχεται από την περιοχή, μόλις το 8% των εισαγωγών LNG της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχεται από εκεί, γεγονός που σημαίνει ότι ο άμεσος εφοδιασμός της Ευρώπης δεν απειλείται άμεσα, σε αντίθεση με την ενεργειακή κρίση του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ωστόσο, οι έμμεσες επιπτώσεις μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικές. Η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές φυσικού αερίου και η αύξηση του διεθνούς ανταγωνισμού για τις διαθέσιμες ποσότητες LNG οδηγεί ήδη σε άνοδο των τιμών. Εάν οι τιμές διπλασιαστούν, το κόστος εισαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 100 δισ. ευρώ μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, τη στιγμή που το 2025 η ΕΕ είχε ήδη δαπανήσει περίπου 117 δισ. ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου.
Ένας επιπλέον παράγοντας ανησυχίας είναι ότι περίπου το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ υπάρχει ορατό ενδεχόμενο σημαντικές ποσότητες LNG να κατευθυνθούν προς την Ασία, όπου οι αγοραστές συχνά προσφέρουν υψηλότερες τιμές για να εξασφαλίσουν φορτία. Ήδη, μετά την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ορισμένα φορτία LNG έχουν εκτραπεί από την Ευρώπη προς ασιατικές αγορές. Ταυτόχρονα, η προγραμματισμένη κατάργηση του ρωσικού LNG έως το 2027 περιορίζει ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες επιλογές προμήθειας για την Ευρώπη.
Η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ενέργειας, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση, συνήθως μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, χώρες που βασίζονται περισσότερο στο φυσικό αέριο για ηλεκτροπαραγωγή, όπως η Ιταλία και η Ιρλανδία, επηρεάζονται περισσότερο, ενώ χώρες με μεγαλύτερη συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών ή πυρηνικής ενέργειας επηρεάζονται λιγότερο. Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς η μεγάλη ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας έχει μειώσει σημαντικά τις ώρες κατά τις οποίες το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προετοιμάζονται πλέον για ένα ενδεχόμενο παρατεταμένης περιόδου υψηλών τιμών φυσικού αερίου και πιθανής στενότητας στην παγκόσμια αγορά LNG. Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα 2026–2027, αν και τα επίπεδα αποθήκευσης στις αρχές του 2026 ήταν χαμηλότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία πιο δύσκολη και πιο ακριβή.
Παράλληλα, εξετάζεται προσωρινή αύξηση της χρήσης άλλων καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ο άνθρακας, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση φυσικού αερίου. Ωστόσο, καθώς πολλές χώρες στρέφονται ταυτόχρονα στον άνθρακα, αυξάνονται και οι διεθνείς τιμές του καυσίμου αυτού. Σε διεθνές επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει επίσης συντονισμό με άλλους μεγάλους εισαγωγείς LNG, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, ώστε να αποφευχθεί ένας ανταγωνισμός προσφορών που θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η στρατηγική απάντηση τόσο της Ευρώπης όσο και της Ελλάδας βρίσκεται στη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο μέσω της ηλεκτροδότησης της θέρμανσης και των μεταφορών, της εγκατάστασης αντλιών θερμότητας και της επιτάχυνσης της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Διαφορετικά, κάθε διεθνής ενεργειακή κρίση θα μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, στην ακρίβεια και τελικά στο σύνολο της οικονομίας.






