Πώς οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου απειλούν την οικονομία της Ευρώπης

Μέσα σε έξι εβδομάδες πολέμου έχουν πληγεί δεκάδες διυλιστήρια, πετρελαϊκά πεδία, μονάδες φυσικού αερίου, αγωγοί και λιμάνια εξαγωγών σε Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ιράκ και Ιράν.
Η πολεμική σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν έχει προκαλέσει εκτεταμένες ζημιές σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές του Περσικού Κόλπου, δημιουργώντας σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και κατ’ επέκταση στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με στοιχεία, μέσα σε έξι εβδομάδες πολέμου έχουν πληγεί δεκάδες διυλιστήρια, πετρελαϊκά πεδία, μονάδες φυσικού αερίου, αγωγοί και λιμάνια εξαγωγών σε Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ιράκ και Ιράν, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη διαθέσιμη προσφορά ενέργειας στις διεθνείς αγορές.
Ανάμεσα στις σημαντικότερες εγκαταστάσεις που έχουν δεχθεί πλήγματα βρίσκονται το Ruwais στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια παγκοσμίως, το Ras Tanura της Σαουδικής Αραβίας — βασικός κόμβος επεξεργασίας αργού πετρελαίου με δυναμικότητα 550.000 βαρελιών ημερησίως — καθώς και τα μεγάλα διυλιστήρια Satorp, Samref και Riyadh. Παράλληλα, επιθέσεις σε πεδία παραγωγής όπως τα Manifa και Khurais αφαίρεσαν συνολικά περίπου 600.000 βαρέλια ημερησίως από τη σαουδαραβική παραγωγική ικανότητα, ενώ επίθεση στον αγωγό East-West περιόρισε τη μεταφορική δυνατότητα κατά ακόμη 700.000 βαρέλια την ημέρα.
Στον τομέα του φυσικού αερίου, η κατάσταση θεωρείται ακόμη πιο κρίσιμη για την Ευρώπη. Οι εγκαταστάσεις LNG στο Ras Laffan του Κατάρ — από τους μεγαλύτερους εξαγωγικούς κόμβους υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο — υπέστησαν σημαντικές ζημιές, με αποτέλεσμα το Κατάρ να ενεργοποιήσει ρήτρες ανωτέρας βίας σε ορισμένα συμβόλαια προμήθειας. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στις ευρωπαϊκές αγορές, καθώς μετά τη ρωσική ενεργειακή κρίση του 2022 η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αυξήσει θεαματικά την εξάρτησή της από εισαγωγές LNG από το Κατάρ και άλλους προμηθευτές της Μέσης Ανατολής.
Η σημασία αυτών των υποδομών για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι τεράστια. Η ΕΕ δεν εξαρτάται μόνο από τις άμεσες εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, αλλά και από τις διεθνείς τιμές που καθορίζονται στην παγκόσμια αγορά. Κάθε σημαντική διακοπή στην παραγωγή ή μεταφορά ενέργειας μέσω του Περσικού Κόλπου αυξάνει άμεσα τις τιμές του Brent και του φυσικού αερίου TTF στην Ευρώπη, ανεξάρτητα από το αν η Ευρώπη αγοράζει το συγκεκριμένο φορτίο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και περιορισμένες απώλειες προσφοράς μεταφράζονται σε ακριβότερα καύσιμα, υψηλότερο ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις και μεγαλύτερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιδρά αλυσιδωτά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Πρώτον, αυξάνει το κόστος παραγωγής στη βιομηχανία, ιδιαίτερα σε ενεργοβόρους κλάδους όπως η χημική βιομηχανία, η χαλυβουργία, το αλουμίνιο και οι μεταφορές. Δεύτερον, ενισχύει τον πληθωρισμό μέσω ακριβότερων μεταφορών, ηλεκτρισμού και θέρμανσης, πιέζοντας τα εισοδήματα των καταναλωτών. Τρίτον, περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι αμερικανικών και ασιατικών ανταγωνιστών που διαθέτουν φθηνότερη ενέργεια. Τέταρτον, αυξάνει την πίεση στις κυβερνήσεις για νέα πακέτα επιδοτήσεων ή δημοσιονομικής στήριξης, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, η αποσταθεροποίηση βασικών λιμανιών όπως το λιμάνι της Fujairah, το Yanbu και το Jebel Ali επηρεάζει και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Τα συγκεκριμένα λιμάνια αποτελούν κομβικά σημεία όχι μόνο για ενέργεια αλλά και για εμπορευματικές μεταφορές προς Ευρώπη και Ασία. Οποιαδήποτε διακοπή στις λειτουργίες τους αυξάνει το κόστος ναυτιλίας, καθυστερεί παραδόσεις και ενισχύει περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η κατάσταση δεν αποκλιμακωθεί σύντομα και συνεχιστούν τα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με νέο ενεργειακό σοκ αντίστοιχο ή και μεγαλύτερο από εκείνο της περιόδου 2022–2023. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα μπορούσε να επιβραδυνθεί αισθητά, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βρεθεί ξανά μπροστά στο δίλημμα μεταξύ αντιμετώπισης πληθωρισμού και στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.






