Γκρίζα σύννεφα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας το 2026

Παρά την βελτίωση που καταγράφηκε το 2025, οι προοπτικές για το τρέχον έτος εμφανίζονται πιο αβέβαιες, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι πιθανές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και τον τουρισμό ενδέχεται να ανακόψουν την πορεία αποκλιμάκωσης του ελλείμματος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί για επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2026, εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων και ειδικότερα της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η οποία αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά κυρίως το ενεργειακό ισοζύγιο και το κόστος εισαγωγών. Παρά την βελτίωση που καταγράφηκε το 2025, οι προοπτικές για το τρέχον έτος εμφανίζονται πιο αβέβαιες, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι πιθανές επιπτώσεις στο διεθνές εμπόριο και τον τουρισμό ενδέχεται να ανακόψουν την πορεία αποκλιμάκωσης του ελλείμματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το 2025 παρουσίασε βελτίωση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, με αποτέλεσμα το έλλειμμά του να περιοριστεί σε 5,7% του ΑΕΠ από 7,2% του ΑΕΠ το 2024. Οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν στη βελτίωση ήταν η μείωση των καθαρών πληρωμών για καύσιμα και η αύξηση των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, γεγονός που συνέβαλε στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών, παρά την επιδείνωση του ισοζυγίου λοιπών αγαθών και το χαμηλότερο πλεόνασμα στα ισοζύγια μεταφορών και λοιπών υπηρεσιών. Θετική επίδραση προήλθε επίσης από τα ισοζύγια πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων, κυρίως λόγω της μείωσης των καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη, καθώς και λόγω εκταμιεύσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η βελτίωση αυτή ακολούθησε τη σημαντική επιδείνωση που είχε σημειωθεί το 2022, όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε ανέλθει στο 10,7% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω των αυξημένων τιμών ενέργειας και της ανόδου των επιτοκίων. Από τότε καταγράφεται σταδιακή πορεία αποκλιμάκωσης, η οποία αντανακλά και τη βελτίωση του μη κυκλικού τμήματος του ισοζυγίου, αν και εξακολουθεί να υφίσταται το κενό αποταμίευσης στην ελληνική οικονομία.
Ωστόσο, ο περιορισμός του ελλείμματος το 2025 δεν επιτρέπει εφησυχασμό, καθώς συνεχίστηκε η αύξηση των εισαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων, ενώ παρά τη σημαντική άνοδο των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, η συνολική βελτίωση του ισοζυγίου υπηρεσιών ήταν περιορισμένη, λόγω επιδείνωσης στα ισοζύγια μεταφορών και λοιπών υπηρεσιών εξαιτίας μειωμένων εσόδων από θαλάσσιες μεταφορές.
Για το 2026, οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας αναμένεται να επιβαρύνει το ισοζύγιο καυσίμων. Παράλληλα, ενδεχόμενη επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και της εξωτερικής ζήτησης για ελληνικά προϊόντα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές. Αν και πριν από την κρίση αναμενόταν αύξηση στο πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών μέσω της επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, της ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού και της ενίσχυσης της κρουαζιέρας, οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της σύγκρουσης και τις επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στις ταξιδιωτικές επιλογές των επισκεπτών.
Θετική συμβολή εκτιμάται ότι θα προέλθει από νέες εκταμιεύσεις πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης εντός του 2026, ωστόσο η αναμενόμενη αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών θα επιβαρύνει το ισοζύγιο. Συνεπώς, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν προβλέπεται να βελτιωθεί το 2026, ενώ εκτιμάται ότι θα επανέλθει σε πορεία βελτίωσης από το επόμενο έτος.
Παράλληλα, αν και η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας έχει βελτιωθεί σημαντικά από το 2010, την περίοδο 2024-2025 παρατηρήθηκε στασιμότητα. Το 2025 οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκαν περίπου στο 40%, επίπεδο ελαφρώς χαμηλότερο από εκείνο του 2024, αλλά σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 2010. Ωστόσο, περισσότερο από το 50% των εξαγωγών της χώρας συγκεντρώνεται σε τρεις βασικούς τομείς – τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες, τις θαλάσσιες μεταφορές και τα καύσιμα – γεγονός που καθιστά το ισοζύγιο ιδιαίτερα ευάλωτο σε αρνητικές εξελίξεις στους συγκεκριμένους κλάδους.
Επιπλέον, αν και οι εξαγωγές αγαθών υψηλής τεχνολογίας έχουν αυξηθεί σε σχέση με το 2010, το μερίδιό τους στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα, πάνω από το 65% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών, εξαιρουμένων των καυσίμων, κατευθύνεται προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς σημαντική μεταβολή τα τελευταία χρόνια. Αν και η εξάρτηση από την ευρωπαϊκή αγορά λειτουργεί προστατευτικά σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας, η επέκταση σε αγορές τρίτων χωρών θα μπορούσε να συμβάλει περαιτέρω στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών.






