Header Ads

ΕΚΤ: «Πρωταθλήτριες» στα επιτοκιακά περιθώρια οι ελληνικές τράπεζες - Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

ΕΚΤ: «Πρωταθλήτριες» στα επιτοκιακά περιθώρια οι ελληνικές τράπεζες - Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Η υψηλή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών επιβεβαιώνεται και από την απόδοση ιδίων κεφαλαίων, η οποία παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σημαντικά υψηλότερα έσοδα από τόκους σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν οι ελληνικές τράπεζες, διατηρώντας παράλληλα την κερδοφορία τους πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 αποκαλύπτουν ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια στην Ευρώπη, γεγονός που συμβάλλει στην ισχυρή κερδοφορία του. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην κεφαλαιακή επάρκεια, ενώ διατηρούν υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σύμφωνα με τα εποπτικά στοιχεία της ΕΚΤ, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των σημαντικών ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 2,67% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,54% για το σύνολο των σημαντικών τραπεζών που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό. Η διαφορά των 1,13 ποσοστιαίων μονάδων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξασφαλίζουν αναλογικά σημαντικά υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους. Το ελληνικό επιτοκιακό περιθώριο είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο της Γερμανίας, όπου διαμορφώνεται στο 1,07%, και της Γαλλίας, όπου περιορίζεται στο 0,99%. Παράλληλα, ξεπερνά αισθητά την Ιταλία, όπου ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στο 2,05%, και την Ισπανία με 2,59%.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται έτσι στις χώρες με τα υψηλότερα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια μεταξύ όσων περιλαμβάνονται στα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΚΤ, χωρίς πάντως να καταλαμβάνει την πρώτη θέση, καθώς υψηλότερες επιδόσεις εμφανίζουν, μεταξύ άλλων, η Λετονία και η Σλοβενία.

Το υψηλό καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αποτελεί βασικό στοιχείο της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, καθώς αποτυπώνει τη δυνατότητά τους να εξασφαλίζουν σημαντικά έσοδα από τη διαφορά μεταξύ των τόκων που εισπράττουν και εκείνων που καταβάλλουν, σε σχέση με τα τοκοφόρα περιουσιακά τους στοιχεία.

Η υψηλή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών επιβεβαιώνεται και από την απόδοση ιδίων κεφαλαίων, η οποία παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, ο δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (RoE) διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 12,29% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 10,73% για το σύνολο των σημαντικών ευρωπαϊκών τραπεζών. Πρόκειται για διαφορά 1,56 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία αποτυπώνει την ισχυρή δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να δημιουργούν κέρδη σε σχέση με τα κεφάλαια των μετόχων τους. Η ελληνική επίδοση είναι αισθητά υψηλότερη από εκείνη της Γερμανίας, όπου η απόδοση ιδίων κεφαλαίων περιορίζεται στο 7,52%, και της Γαλλίας, όπου βρίσκεται στο 7,41%. Ξεπερνά επίσης την Ολλανδία, με 10,92%, και την Ιρλανδία, με 9,53%. Αντίθετα, υψηλότερη κερδοφορία εμφανίζουν οι τράπεζες της Ιταλίας, με απόδοση ιδίων κεφαλαίων 14,94%, και της Ισπανίας, όπου ο δείκτης φτάνει το 16,64%.

Ο δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1), που αποτελεί βασικό μέτρο της χρηματοοικονομικής ανθεκτικότητας των τραπεζών, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 14,91%, έναντι 16% για το σύνολο των σημαντικών τραπεζών του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Η απόσταση αυτή δείχνει ότι, παρά την υψηλή κερδοφορία, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν χαμηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ενδεικτικά, στη Γερμανία ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στο 16,91%, στη Γαλλία στο 15,89% και στην Ιταλία στο 15,65%, ενώ στην Ισπανία διαμορφώνεται στο 13,52%. Η χαμηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια δεν σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν πρόβλημα ή ότι δεν πληρούν τις εποπτικές απαιτήσεις, αναδεικνύει όμως την ανάγκη διατήρησης ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν ενδεχόμενες οικονομικές αναταράξεις και να στηρίζουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας.

Τέλος, τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,98% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 2,17% για το σύνολο των σημαντικών ευρωπαϊκών τραπεζών. Παρά τη μεγάλη προσπάθεια εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών τα προηγούμενα χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από χώρες όπως η Γερμανία, όπου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιστοιχούν στο 1,84%, η Ιταλία με 2,07%, η Γαλλία με 2,55% και η Ισπανία με 2,67%. Η διαφορά δείχνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σχετικά μεγαλύτερη επιβάρυνση από προβληματικά δάνεια, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και τις αποφάσεις για τη χορήγηση νέων χρηματοδοτήσεων.

#EKT #ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ_ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Η συνέχεια εδώ
Από το Blogger.