Ασφάλιστρα υγείας: Αυξήσεις έως 14% ενώ παραμένει στον αέρα ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ

Παρά το γεγονός ότι ο νέος μηχανισμός αναπροσαρμογής είχε ανακοινωθεί από το υπουργείο Ανάπτυξης ήδη από το 2025 και προβλεπόταν να τεθεί σε εφαρμογή από τις αρχές του 2026, η σχετική μέτρηση της ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Η πιο καυτή πατάτα που παρέλαβε ο νέος πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), Θανάσης Κατσής, από τον προκάτοχό του Θάνο Θανόπουλο, είναι αναμφίβολα ο Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων, ένα εργαλείο που θεσπίστηκε για να βάλει τάξη στις ανατιμήσεις των μακροχρόνιων συμβολαίων υγείας, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργό.
Η εκκρεμότητα αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην ασφαλιστική αγορά και στους καταναλωτές, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες προχωρούν ήδη σε σημαντικές αυξήσεις ασφαλίστρων, επικαλούμενες παράγοντες κόστους και δείκτες που, σύμφωνα με καταναλωτικές οργανώσεις, δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί ή δημοσιευθεί.
Παρά το γεγονός ότι ο νέος μηχανισμός αναπροσαρμογής είχε ανακοινωθεί από το υπουργείο Ανάπτυξης ήδη από το 2025 και προβλεπόταν να τεθεί σε εφαρμογή από τις αρχές του 2026, η σχετική μέτρηση της ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί. Το αποτέλεσμα είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες να συνεχίζουν να εφαρμόζουν δικές τους μεθόδους υπολογισμού των ανατιμήσεων, δημιουργώντας ένα θολό τοπίο για χιλιάδες κατόχους ιδιωτικών ασφαλιστηρίων υγείας.
Οι αυξήσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί κυμαίνονται από 4% έως 9% στα περισσότερα προγράμματα, ενώ στα ισόβια συμβόλαια σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν το 10%. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, ορισμένες εταιρείες έχουν προχωρήσει ακόμη και σε ανατιμήσεις έως 14%, παρά τη δημόσια σύσταση του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου για περιορισμό των αυξήσεων στο 7%.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της NN Hellas, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των αντιδράσεων μετά από καταγγελία της ΕΚΠΟΙΖΩ. Σύμφωνα με την οργάνωση προστασίας καταναλωτών, η εταιρεία ανακοίνωσε από την 1η Ιουνίου αυξήσεις στα μακροχρόνια συμβόλαια υγείας που κυμαίνονται από 8,5% έως 13%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ασφαλισμένων που μετακινούνται στην ηλικιακή κατηγορία των 70 ετών οι επιβαρύνσεις φθάνουν ακόμη και το 30%.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ χαρακτηρίζει τις αυξήσεις αυτές αδιαφανείς και καταχρηστικές, υποστηρίζοντας ότι οι εταιρείες επικαλούνται έναν Δείκτη Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων ο οποίος δεν έχει ακόμη καταρτιστεί από την ΕΛΣΤΑΤ. Για τον λόγο αυτό απέστειλε εξώδικο στην NN, ενώ ενημέρωσε παράλληλα το υπουργείο Ανάπτυξης, το υπουργείο Υγείας, το υπουργείο Οικονομικών, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών και την Ανεξάρτητη Αρχή Εποπτείας Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή.
Από την πλευρά της, η NN υποστηρίζει ότι οι αναπροσαρμογές της δεν υπερβαίνουν κατά μέσο όρο το 7,6% για το σύνολο του 2026 και αποδίδει τις αυξήσεις στη σημαντική άνοδο του κόστους υπηρεσιών υγείας, στην αύξηση των αποζημιώσεων και στις δημογραφικές μεταβολές του ασφαλισμένου πληθυσμού.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε μία εταιρεία. Σχεδόν όλες οι μεγάλες ασφαλιστικές έχουν προχωρήσει σε αυξήσεις. Η Ergo εφαρμόζει ανατιμήσεις που φθάνουν έως το 14% σε ορισμένα νοσοκομειακά προγράμματα, η Allianz έχει προχωρήσει σε αυξήσεις από 4,5% έως 10,8%, η Εθνική Ασφαλιστική από 2,7% έως 12%, ενώ η Generali και η Interamerican κινούνται σε επίπεδα κοντά στο 10%. Μοναδική εξαίρεση φαίνεται να αποτελεί η Groupama, η οποία διατήρησε τις αυξήσεις στο 5%.
Οι εξελίξεις αυτές πλήττουν κυρίως τους κατόχους ισόβιων και μακροχρόνιων συμβολαίων υγείας. Πρόκειται για ασφαλισμένους που συνήθως έχουν συνάψει τα συμβόλαιά τους πριν από δεκαετίες και βρίσκονται πλέον σε ηλικίες όπου η αλλαγή ασφαλιστικής εταιρείας ή η σύναψη νέου συμβολαίου είναι είτε εξαιρετικά δύσκολη είτε οικονομικά απαγορευτική. Για πολλούς από αυτούς, οι συνεχείς ανατιμήσεις μετατρέπουν τη διατήρηση της ιδιωτικής κάλυψης υγείας σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της ασφαλιστικής αγοράς δίνουν επιχειρήματα και στις δύο πλευρές. Σύμφωνα με την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, οι αποζημιώσεις του κλάδου υγείας ανήλθαν το 2025 στα 627 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 2,3%, ενώ τα ασφάλιστρα διαμορφώθηκαν στα 569 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 6,2%.
Το γεγονός ότι οι αποζημιώσεις εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα συνολικά έσοδα από ασφάλιστρα ενισχύει τον ισχυρισμό των ασφαλιστικών εταιρειών ότι ο κλάδος παραμένει ζημιογόνος, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστούν και τα λειτουργικά τους έξοδα.
Από την άλλη πλευρά, οι καταναλωτικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι η αύξηση των ασφαλίστρων είναι σημαντικά υψηλότερη από την αύξηση των αποζημιώσεων, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τη μεθοδολογία των αναπροσαρμογών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εκκρεμότητα του Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη νέα διοίκηση της ΕΛΣΤΑΤ. Η δημοσίευσή του θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη διαφάνεια της αγοράς όσο και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και ασφαλισμένων.






