Τα τρία εμπόδια που κρατούν τις Ελληνίδες εκτός εργασίας

Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η έλλειψη δομών παιδικής φροντίδας δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ζήτημα αλλά και σοβαρό οικονομικό πρόβλημα.
Τρεις βασικοί παράγοντες εξακολουθούν να κρατούν χιλιάδες γυναίκες εκτός αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) η οποία συνδέει άμεσα το πρόβλημα με τις χαμηλές επιδόσεις της χώρας στη γυναικεία απασχόληση. Οι αναλυτές του Ταμείου επισημαίνουν ότι οι ευθύνες φροντίδας των παιδιών, η έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και τα φορολογικά αντικίνητρα συνθέτουν ένα περιβάλλον που αποθαρρύνει κυρίως τον δεύτερο εργαζόμενο ενός νοικοκυριού - συνήθως τη γυναίκα- από το να ενταχθεί ή να παραμείνει στην εργασία.
Η φροντίδα των παιδιών αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο. Η περιορισμένη πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και οργανωμένες δομές παιδικής μέριμνας αναγκάζει πολλές μητέρες να εγκαταλείπουν προσωρινά ή και μόνιμα την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι το 70% των παιδιών στην Ελλάδα δεν συμμετέχει σε επίσημα προγράμματα φροντίδας, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, η πρόσβαση σε βρεφονηπιακές δομές παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην άτυπη φροντίδα από συγγενικά πρόσωπα.
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η έλλειψη δομών παιδικής φροντίδας δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ζήτημα αλλά και σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Η αδυναμία πολλών γυναικών να επιστρέψουν στην εργασία μετά τη γέννηση παιδιών περιορίζει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη δημογραφική συρρίκνωση. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μόνο η κάλυψη των αναγκών φροντίδας των παιδιών θα μπορούσε να αυξήσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας κατά περίπου 3%.
Δεύτερος κρίσιμος παράγοντας είναι η έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων. Η μελέτη επισημαίνει ότι πολλές γυναίκες που μένουν εκτός εργασίας δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις της αγοράς, ιδιαίτερα σε τομείς που συνδέονται με τις ψηφιακές τεχνολογίες και τις σύγχρονες υπηρεσίες. Η μακροχρόνια αποχή από την εργασία λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων οδηγεί συχνά σε απώλεια επαγγελματικής εμπειρίας και περιορισμό των ευκαιριών επανένταξης. Παράλληλα, η περιορισμένη πρόσβαση σε προγράμματα επανακατάρτισης και δια βίου μάθησης επιδεινώνει το πρόβλημα, ιδίως για γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας ή χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου.
Οι ειδικοί του Ταμείου τονίζουν ότι η ενίσχυση των δεξιοτήτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αύξηση της απασχόλησης, καθώς η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται και απαιτεί όλο και περισσότερο εξειδικευμένο προσωπικό. Προγράμματα κατάρτισης που θα στοχεύουν ειδικά σε γυναίκες εκτός αγοράς εργασίας θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη μελέτη, να λειτουργήσουν ως μηχανισμός επανένταξης και να περιορίσουν το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Το τρίτο εμπόδιο αφορά τα φορολογικά αντικίνητρα που αποθαρρύνουν τη συμμετοχή του δεύτερου εργαζομένου στην οικογένεια. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά στα οποία και οι δύο σύζυγοι εργάζονται, ιδιαίτερα στις χαμηλές εισοδηματικές κατηγορίες. Η λεγόμενη «φορολογική σφήνα» παραμένει υψηλή, περιορίζοντας το πραγματικό οικονομικό όφελος από την είσοδο ή επιστροφή της γυναίκας στην αγορά εργασίας.
Οι αναλυτές εξηγούν ότι σε πολλές περιπτώσεις το πρόσθετο εισόδημα που προκύπτει από μια δεύτερη εργασία εξανεμίζεται λόγω φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και αυξημένων εξόδων φροντίδας των παιδιών. Ως αποτέλεσμα, αρκετές οικογένειες θεωρούν οικονομικά ασύμφορη την εργασία και των δύο γονέων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θέσεις χαμηλών αποδοχών ή μερικής απασχόλησης.
Τέλος, η μελέτη προτείνει ένα πιο στοχευμένο σύστημα φορολογικών ελαφρύνσεων και επιδοτήσεων για οικογένειες με παιδιά, ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα εργασίας για τις γυναίκες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, ένα τέτοιο πακέτο μέτρων θα είχε περιορισμένο δημοσιονομικό κόστος, αλλά σημαντική επίδραση στην απασχόληση και την ανάπτυξη.






