
Μεγάλη Δευτέρα, αρχή μιας Μεγάλης Εβδομάδας που όμοιά της δεν ζήσαμε ποτέ, δεν έζησαν ούτε οι πατεράδες ή οι παπούδες μας. Ούτε στον πόλεμο, ούτε στην κατοχή, ούτε στον εμφύλιο, ούτε στις άλλες, τις παλιότερες φοβερές περιπέτειες της ιστορίας, έμειναν οι εκκλησίες κλειδωμένες, απροσπέλαστες και η κοινωνικότερη από όλες τις γιορτές ακοινώνητη, η γιορτή της άνοιξης εσώκλειστη. Το ιστορικά πρωτοφανές της εμπειρίας είναι που κάνει το στοίχημα ακόμη πιο δύσκολο.
Είναι δύσκολο: Από τη μια είναι η ανάγκη του πιστού να κοινωνήσει την πίστη του με την κοινότητα των άλλων πιστών. Είναι και η ανάγκη, που όλοι- πιστεύσαντες και μη πιστεύσαντες, που λέει κι ο παπάς- νιώθουμε, να κάνουμε ό,τι κάναμε κάθε χρόνο, να συμμετέχουμε λιγότερο ή περισσότερο στο κοινό έθιμο, σαν έτσι να συνδεόμαστε με την «κανονική» ζωή, να ξορκίζουμε το κακό. Κι από την άλλη, είναι η επίγνωση του κινδύνου.
Στο Μπέργκαμο ήταν ένας αγώνας ποδοσφαίρου που πολλαπλασίασε το κακό. Στην Ισπανία οι διαδηλώσεις της ημέρας της γυναίκας, στην Νέα Ορλεάνη το πανηγύρι του Mardi Gras.
Η μάχη του Πάσχα
Θα ήταν κρίμα- μήπως καλύτερα να πω: θα ήταν αμαρτία ή βλασφημεία;- να γίνει εδώ ο επιτάφιος ή η ανάσταση ο εκλυτικός παράγοντας για την έξαρση της πανδημίας. Τα έφερε έτσι το ημερολόγιο της πανδημίας, ώστε το κρισιμότερο ραντεβού με τον ιό, ο πιο κρίσιμος κάβος που πρέπει να περάσουμε στην μάχη για την ανάσχεση της εξάπλωσής του, να είναι το Πάσχα. Οι άνθρωποι της επιτροπής, οι επιδημιολόγοι και οι άλλοι γιατροί δεν το κρύβουν: αν περάσει το Πάσχα ακίνδυνα, ένα μεγάλο μέρος της μάχης, λένε, θα έχει κερδηθεί.
Δεν είναι αδύνατον. Βλέπω εικόνες από το Πάσχα των Καθολικών που προηγήθηκε, χθες. Ο Πάπας μόνος, με τέσσερις βοηθούς ακροβολισμένους σε απόσταση ασφαλείας, σε μια άδεια Βασιλική του Αγίου Πέτρου, να διαβάζει το πασχαλιάτικο μήνυμά του σε μια κάμερα, προς διανομή στους υπολογιστές ενός virtual εκκλησιάσματος.
Σε μια εκκλησία στην Βραζιλία, ο παπάς φόρεσε τα καλά του άμφια κι έκανε ολομόναχος την λειτουργία, με τις φωτογραφίες των πιστών της ενορίας του, τυπωμένες στον υπολογιστή και κολημένες στα στασίδια. Σε μια φωτογραφία από την Μαδαγασκάρη, η λειτουργία γίνεται σε ένα ορυχείο γρανίτη- ο παπάς ολομόναχος σε μια εξέδρα και απέναντί του, μακρυά οι πιστοί σε απόσταση πολλών μέτρων ο ένας από τον άλλον.
Σε μια άλλη φωτογραφία, από το Μάντσεστερ, ο ιερέας έχει ανάψει ένα κερί δίπλα στον υπολογιστή του, στο γραφείο του, έχει φορέσει τα άμφια και απαγγέλει την λειτουργία μπροστά στην κάμερα του υπολογιστή, από το σπίτι του.
Και στο Βουκουρέστι, ένας ορθόδοξος παπάς έχει βγει στον άδειο δρόμο με τα βάγια, συονδευόμενος από δύο νεωκόρους, ντυμένους με τις λευκές, «αστροναυτικές» στολές των νοσηλευτών, σκεπασμένοι από κορυφής μέχρις ονύχων, με γάντια, μάσκα και προστατευτικά γυαλιά. Σαν να συμβολίζει αυτήν την συνύπαρξη της μεταφυσικής της θρησκείας με τον ορθό λόγο της επιστήμης.
Αντίρροπες δυνάμεις
Ναι, είναι παράξενα όλα αυτά. Σε μια στιγμή που οι πιστοί έχουν μεγαλύτερη ανάγκη την παρηγοριά της πίστης τους, πρέπει να βρουν τρόπο να την επιβεβαιώσουν εξ αποστάσεως και μοναχικά. Σε μια εποχή που όλοι νιώθουμε ισχυρότερη την ανάγκη της αλληλεγγύης, της κοινωνικότητας, της επαφής, πρέπει να κρατήσουμε τους άλλους μακρυά μας.
Σε μια συγκυρία που έχουμε- οι περισσότεροι- την ανάγκη μιας μεταφυσικής παρηγοριάς, βρίσκουμε την ασφάλεια στον ορθό λόγο που εκπροσωπούν οι ειδικοί, οι φορείς του επιστημονικού κύρους (που τόσο λοιδωρήθηκε από τους τραμπιστές και άλλους λαϊκιστές κάθε τύπου, μα τώρα επιστρέφει στην θέση του).
Συμβαίνει, λένε οι σοφοί, στον καιρό ενός μεγάλου φόβου, να εκλύονται μέσα μας δύο αντίρροπες δυνάμεις. Μια δύναμη που μας σπρώχνει να γινόμαστε κοινωνικότεροι, αλληλέγγυοι, έτοιμοι να προσφέρουμε έως και να θυσιαστούμε για τους άλλους που έχουν ανάγκη. Και μια δύναμη που μας σπρώχνει να γίνουμε επιθετικοί- έστω και αν την επιθετικότητα αυτή την διοχετεύουμε απλώς σε θεωρίες συνομωσίας ή σε υπόδειξη των «εχθρών» που ευθύνονται για το κακό που μας βρήκε.
Ο Θουκυδίδης το περιγράφει τόσο ωραία, μιλώντας για τον λοιμό που θέρισε την Αθήνα στα χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου. Από τη μια, λέει, ήταν εκείνοι που «από ευγένεια αισθημάτων» φρόντιζαν τους άρρωστους φίλους τους, βέβαιοι ότι θέτουν την ζωή τους σε θανάσιμο κίνδυνο. Και από την άλλη, ήταν εκείνοι, που έκαναν πράγματα φοβερά, που «φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων δεν του συνεκράτει». Βλέποντας, λέει ο Θουκυδίδης ότι όλοι πέθαιναν εξ ίσιου, και οι ευσεβείς και οι ασεβείς, έχαναν την αίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Και από την άλλη, επειδή κανείς δεν πίστευε ότι θα επιζήσει, δεν φοβόταν ότι «θα δώση λόγον των εγκλημάτων του και να τιμωρηθή για αυτά».
Ειδικά για φέτος, αυτές οι γραμμές του Θουκυδίδη, μου φαίνονται ένα εξαιρετικό πασχαλινό μήνυμα. Για να κερδίσουμε αυτό το στοίχημα.









