
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αντίδραση των ομολόγων στις περιόδους διεθνούς αναταραχής εμφανίζεται πλέον ηπιότερη σε σχέση με το παρελθόν.
Η άνοδος των αποδόσεων στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων περνά και στους ελληνικούς τίτλους, χωρίς ωστόσο οι πιέσεις να έχουν την ένταση που είχε καταγραφεί σε προηγούμενες περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.
Η εικόνα της αγοράς δείχνει ότι η ευαισθησία των ελληνικών αποδόσεων στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς έχει περιοριστεί μετά την πανδημία, με τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών να αποτελεί βασικό παράγοντα αυτής της μεταβολής.
Στις 2 Οκτωβρίου 2026, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,523%, καταγράφοντας ημερήσια υποχώρηση κατά 3 μονάδες βάσης. Σε ορίζοντα ενός μήνα, ωστόσο, η απόδοση ήταν αυξημένη κατά 46 μονάδες βάσης, ενώ από την αρχή του έτους η άνοδος έφθανε τις 108 μονάδες βάσης. Αντίστοιχη κίνηση καταγράφεται σε ολόκληρη την ελληνική καμπύλη αποδόσεων, με το πενταετές στο 3,916%, το 20ετές στο 4,751% και το 30ετές στο 5,025%.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν αποτελεί, πάντως, ελληνικό φαινόμενο. Στην ευρωζώνη, η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς βρίσκεται στο 3,438%, της Πορτογαλίας στο 3,976%, της Ισπανίας στο 4,096%, της Ιταλίας στο 4,666% και της Γαλλίας στο 4,910%. Εκτός ευρωζώνης, το αμερικανικό δεκαετές διαμορφώνεται στο 5,234% και το αντίστοιχο βρετανικό στο 5,333%.
Η σχετική θέση των ελληνικών τίτλων αποτυπώνεται και στα spreads. Η διαφορά απόδοσης του ελληνικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού Bund ανέρχεται στις 109 μονάδες βάσης. Το αντίστοιχο spread της Ιταλίας βρίσκεται στις 123 μονάδες βάσης και της Γαλλίας στις 147, ενώ χαμηλότερα κινούνται η Ισπανία, στις 66 μονάδες, και η Πορτογαλία, στις 54 μονάδες βάσης.
Οι διεθνείς πιέσεις και η ελληνική αντίδραση
Η γενικευμένη άνοδος των αποδόσεων συνδέεται με ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο συνυπάρχουν η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι αυξημένες τιμές ενέργειας, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι συνθήκες αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής. Πρόκειται για παράγοντες που αυξάνουν το απαιτούμενο ασφάλιστρο κινδύνου και επηρεάζουν συνολικά την αποτίμηση των κρατικών τίτλων.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, ωστόσο, η αντίδραση των ομολόγων στις περιόδους διεθνούς αναταραχής εμφανίζεται πλέον ηπιότερη σε σχέση με το παρελθόν. Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία εάν συγκριθεί με την περίοδο της πανδημίας, όταν οι ελληνικοί τίτλοι παρουσίαζαν σημαντικά μεγαλύτερη ευαισθησία στις ημέρες έντονης πίεσης στις αγορές.
Η ανάλυση για την περίοδο 2016-2026 δείχνει ότι μετά την πανδημία η σχετική ευαισθησία των ελληνικών αποδόσεων περιορίστηκε αισθητά. Το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται διαφορετικοί δείκτες για την αποτύπωση της διεθνούς αβεβαιότητας και της χρηματοπιστωτικής πίεσης, όπως ο VIX, ο CISS και ο EPU.
Κεντρική παράμετρος πίσω από αυτή τη μεταβολή είναι η δημοσιονομική εικόνα. Η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων περιορίζουν το πρόσθετο ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές σε περιόδους αναταράξεων.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της προσαρμογής. Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, από 177,8% του ΑΕΠ το 2022, υποχώρησε στο 154,2% το 2024 και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 136,8% το 2026. Παράλληλα, το πρωτογενές αποτέλεσμα από έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ το 2022 πέρασε σε πλεόνασμα 4,8% το 2024, ενώ για το 2026 προβλέπεται πλεόνασμα 3,2%.
Η πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ παραμένει συνεπώς κρίσιμη για τη συμπεριφορά των ελληνικών ομολόγων. Τα πρωτογενή πλεονάσματα επηρεάζουν την εξέλιξη του χρέους, ενώ εξίσου σημαντική είναι η πορεία του ΑΕΠ. Για το 2026 προβλέπεται πραγματική ανάπτυξη 2% στην Ελλάδα, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη.
Η μικρότερη ευαισθησία των ελληνικών τίτλων δεν σημαίνει ότι η χώρα αποσυνδέεται από τις διεθνείς αγορές ή ότι οι αποδόσεις της δεν επηρεάζονται από εξωτερικά σοκ. Δείχνει, όμως, ότι η μετάδοση των διεθνών πιέσεων δεν συνοδεύεται σήμερα από το ίδιο πρόσθετο ελληνικό ασφάλιστρο κινδύνου που παρατηρούνταν σε προηγούμενες κρίσεις.






