Ηλεκτρονικό «κόσκινο» της ΑΑΔΕ σε εισοδήματα και καταναλωτικές δαπάνες

Κομβικό ρόλο στη διαδικασία διαδραματίζει το πληροφοριακό σύστημα BANCAPP, το οποίο αντλεί στοιχεία από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα αντιπαραβάλλει με τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Πιο εντατικούς και πλήρως ψηφιοποιημένους ελέγχους για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων και περιπτώσεων αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας θέτει σε εφαρμογή η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), αξιοποιώντας ειδικούς αλγόριθμους και σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα. Στο επίκεντρο βρίσκονται φορολογούμενοι που εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των δηλωθέντων εισοδημάτων και της πραγματικής οικονομικής τους εικόνας, ενώ προγραμματίζεται η αποστολή τουλάχιστον 12.000 ηλεκτρονικών ειδοποιητηρίων σε πολίτες που θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις για παλαιότερες φορολογικές εκκρεμότητες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε περιπτώσεις φορολογουμένων που δηλώνουν ετήσια εισοδήματα από 10.000 έως 20.000 ευρώ, αλλά την ίδια στιγμή πραγματοποιούν καταναλωτικές δαπάνες που φτάνουν ή ακόμη και ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ. Οι μεγάλες αυτές αποκλίσεις θεωρούνται από την ΑΑΔΕ ισχυρή ένδειξη πιθανής απόκρυψης εισοδημάτων και ενεργοποιούν αυτόματα τη διαδικασία φορολογικού ελέγχου.
Οι διασταυρώσεις θα βασιστούν στα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων σε συνδυασμό με πληροφορίες που διαθέτει ήδη η ΑΑΔΕ από τράπεζες, εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία, επιχειρήσεις και άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Όπου εντοπίζονται ασυμφωνίες, οι υποθέσεις θα εξετάζονται αρχικά μέσω των αυτοματοποιημένων συστημάτων, ενώ οι πιο σύνθετες περιπτώσεις θα παραπέμπονται σε εξειδικευμένους ελεγκτές για περαιτέρω διερεύνηση.
Κομβικό ρόλο στη διαδικασία διαδραματίζει το πληροφοριακό σύστημα BANCAPP, το οποίο αντλεί στοιχεία από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα αντιπαραβάλλει με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Μέσω του συστήματος εντοπίζονται τραπεζικές καταθέσεις και κινήσεις λογαριασμών που δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί στην εφορία.
Παράλληλα, αξιοποιούνται δεδομένα για τραπεζικές συναλλαγές, περιουσιακά στοιχεία και πληροφορίες από τρίτες πηγές, ώστε να διαμορφώνεται ολοκληρωμένη εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας κάθε φορολογουμένου.
Ηλεκτρονική ειδοποίηση
Εφόσον από τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις προκύψουν ενδείξεις ανακριβούς δήλωσης ή αδήλωτων εισοδημάτων, οι φορολογούμενοι θα λάβουν ηλεκτρονική ειδοποίηση προκειμένου να προσκομίσουν δικαιολογητικά και εξηγήσεις στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο Κέντρο Φορολογικών Διαδικασιών και Ελέγχων (ΚΕΦΟΔΕ). Η προθεσμία ανταπόκρισης ορίζεται σε 15 ημέρες, ενώ σε περίπτωση που οι αποκλίσεις επιβεβαιωθούν μετά τον έλεγχο, θα επιβληθούν πρόσθετοι φόροι, προσαυξήσεις και πρόστιμα, τα οποία ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης μπορούν να φτάσουν έως και το 50% της επιπλέον φορολογικής επιβάρυνσης.
Στο μικροσκόπιο των ελεγκτικών αρχών μπαίνουν, μεταξύ άλλων, οι τόκοι τραπεζικών καταθέσεων και repos, οι αναδρομικές αποδοχές και οι πρόσθετες αμοιβές, τα μερίσματα, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, οι αποπληρωμές στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και υγείας, τα νοσήλια σε ιδιωτικές κλινικές, τα δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων, οι δαπάνες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, οι καταναλώσεις ηλεκτρικού ρεύματος άνω των 1.000 ευρώ, οι αυξημένες καταναλώσεις νερού που ενδέχεται να αποκαλύπτουν αδήλωτες πισίνες, τα εισοδήματα από ενοίκια και βραχυχρόνιες μισθώσεις, καθώς και στοιχεία που αφορούν την ιδιοκατοίκηση και τις δηλώσεις φιλοξενίας.
Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου διασταυρώσεων, οι ελεγκτικές υπηρεσίες θα προχωρήσουν σε στοχευμένους ελέγχους στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα δεν επαρκούν για να καλύψουν τις δαπάνες διαβίωσης ή διαπιστώνεται αδικαιολόγητη αύξηση της περιουσίας. Για τον προσδιορισμό του αναλογούντος φόρου θα εφαρμοστούν έμμεσες τεχνικές ελέγχου, όπως η ανάλυση της ρευστότητας, της καθαρής περιουσιακής θέσης, του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των συναλλαγών σε μετρητά, με στόχο την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.






