Pizza Fan: Πρόστιμα 736.750 ευρώ για εργατικές παραβάσεις – Τι χάνουν οι εργαζόμενοι από την υποδηλωμένη εργασία και πώς μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους

Σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας που παρουσιάζει το Dnews, από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 3 Νοεμβρίου 2026 έχουν επιβληθεί 125 διοικητικές κυρώσεις σε επιχειρήσεις του δικτύου Pizza Fan, συνολικού ύψους 736.750 ευρώ.
Πρόστιμα που ξεπερνούν τις 736.000 ευρώ, δεκάδες εργατικές παραβάσεις και σοβαρές εκκρεμότητες με την καταβολή των μισθών συνθέτουν την εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από το δίκτυο της Pizza Fan.
Την ώρα που περίπου 2.500 εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αβεβαιότητα για την καταβολή των δεδουλευμένων τους και το μέλλον των θέσεων εργασίας τους, η υπόθεση αναδεικνύει μια ακόμη πιο σκοτεινή διάσταση: την υποδηλωμένη εργασία που, παρά τις επανειλημμένες παραβάσεις και τα πρόστιμα της Επιθεώρησης Εργασίας, φαίνεται να συνεχίζεται, αλλά και την κυβερνητική αναλγησία απέναντι σε χιλιάδες εργαζόμενους που βλέπουν τα εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα να τίθενται σε κίνδυνο χωρίς ουσιαστική προστασία.
Όπως επισημαίνει ο δικηγόρος και εργατολόγος Διονύσης Ρίζος, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις αποδοχές που ενδεχομένως δεν καταβάλλονται, αλλά επεκτείνονται στις ασφαλιστικές εισφορές, στη μελλοντική σύνταξη, στις ασφαλιστικές παροχές και στην αποζημίωση απόλυσης. Πρόκειται για δικαιώματα που μπορεί να επηρεαστούν ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καταφέρουν τελικά να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσά.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας που σας παρουσιάζει το Dnews, από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 3 Νοεμβρίου 2026 έχουν επιβληθεί 125 διοικητικές κυρώσεις σε επιχειρήσεις του δικτύου Pizza Fan, συνολικού ύψους 736.750 ευρώ. Από αυτές, τα 630.200 ευρώ, δηλαδή το 85,5% του συνολικού ποσού, αφορούν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Αττική.
Οι παραβάσεις που έχουν διαπιστωθεί περιλαμβάνουν αδήλωτη εργασία, παραβιάσεις των χρονικών ορίων απασχόλησης, προβλήματα στη σήμανση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, μη καταβολή αποδοχών, αλλά και παραβάσεις που σχετίζονται με τη βία και την παρενόχληση στον χώρο εργασίας.
Αναλυτικότερα, το 2024 εκδόθηκαν 38 πράξεις επιβολής προστίμου, συνολικού ύψους 182.700 ευρώ. Οι παραβάσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη μη τροποποίηση των δηλωμένων ωραρίων πλήρους και μερικής απασχόλησης, την παραβίαση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και τη μη ορθή σήμανση της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Στους ελέγχους καταγράφηκαν επίσης παραβάσεις σχετικά με τη μη τήρηση των όρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τη μη καταχώριση του αριθμού δικύκλου διανομέα, τη μη καταβολή των προβλεπόμενων προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές, καθώς και τη μη προσκόμιση στοιχείων στις ελεγκτικές αρχές.
Το 2025 ήταν η χρονιά με τον μεγαλύτερο αριθμό κυρώσεων και το υψηλότερο συνολικό ποσό προστίμων. Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν 52 πράξεις επιβολής προστίμου, συνολικού ύψους 367.400 ευρώ. Σε σχέση με το 2024, ο αριθμός των κυρώσεων αυξήθηκε κατά 36,8%, ενώ το συνολικό ύψος των προστίμων σχεδόν διπλασιάστηκε, καταγράφοντας αύξηση περίπου 101%.
Οι παραβάσεις αφορούσαν αδήλωτη εργασία, μη τροποποίηση ωραρίων πλήρους και μερικής απασχόλησης, παραβίαση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, προβλήματα στη σήμανση της ψηφιακής κάρτας, μη προσκόμιση στοιχείων και απασχόληση επιδοτούμενου ανέργου.
Το 2026, έως τις 3 Νοεμβρίου, έχουν εκδοθεί 35 πράξεις επιβολής προστίμου, συνολικού ύψους 186.650 ευρώ. Μεταξύ των παραβάσεων περιλαμβάνονται η αδήλωτη εργασία, η μη ορθή σήμανση της ψηφιακής κάρτας, περιστατικά βίας και παρενόχλησης στην εργασία, καθώς και η μη καταβολή αποδοχών.
Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι οι παραβάσεις που σχετίζονται με την ψηφιακή κάρτα εργασίας εμφανίζονται και στα τρία έτη, ενώ περιπτώσεις αδήλωτης εργασίας καταγράφονται τόσο το 2025 όσο και το 2026.

Υποδηλωμένη εργασία: Οι βασικές απώλειες για τους εργαζόμενους
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το ζήτημα της υποδηλωμένης εργασίας, καθώς εργαζόμενοι που εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ να απασχολούνται για τέσσερις ώρες, ενώ στην πραγματικότητα εργάζονται οκτώ ή και περισσότερες, ενδέχεται να υποστούν σημαντικές οικονομικές και ασφαλιστικές απώλειες.
Όπως εξηγεί ο Διονύσης Ρίζος, η έρευνα για την Pizza Fan, η οποία έχει συνδεθεί με εκτιμώμενη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή ύψους 25 εκατ. ευρώ, ξεκίνησε από καταγγελία για υποδηλωμένη εργασία τόσο σε εταιρικά καταστήματα όσο και σε επιχειρήσεις franchise. Σύμφωνα με την καταγγελία, εργαζόμενοι εμφανίζονταν να απασχολούνται λιγότερες ώρες από όσες πραγματικά εργάζονταν, με αποτέλεσμα να καταβάλλονται χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές στον e-ΕΦΚΑ.
Οι συνέπειες για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλές:
1. Απώλεια μισθού και προσαυξήσεων
Ο εργαζόμενος χάνει χρήματα από τον μισθό του, καθώς οι επιπλέον ώρες εργασίας δεν αμείβονται με τις νόμιμες προσαυξήσεις, όπου αυτές προβλέπονται. Έτσι, η διαφορά ανάμεσα στις πραγματικές ώρες απασχόλησης και σε εκείνες που εμφανίζονται δηλωμένες μεταφράζεται σε οικονομική απώλεια.
2. Μικρότερη μελλοντική σύνταξη
Η υποδηλωμένη εργασία επηρεάζει άμεσα τις συντάξιμες αποδοχές, καθώς οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στις δηλωμένες και όχι στις πραγματικές αποδοχές. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη ανταποδοτική σύνταξη, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές από το 2002 και μετά. Παράλληλα, ανάλογα με το δηλωμένο καθεστώς απασχόλησης, ενδέχεται να επηρεάζεται και ο ασφαλιστικός χρόνος του εργαζομένου.
3. Περιορισμός ασφαλιστικών παροχών
Χαμηλότερες δηλωμένες αποδοχές μπορούν να επηρεάσουν και το ύψος ασφαλιστικών παροχών, όπως τα επιδόματα ασθενείας και μητρότητας. Επιπτώσεις ενδέχεται να υπάρχουν επίσης στις προϋποθέσεις ή στο ύψος των παροχών ανεργίας, ανάλογα με την ασφαλιστική κατάσταση και την εκάστοτε περίπτωση.
4. Μικρότερη αποζημίωση απόλυσης
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά την αποζημίωση απόλυσης. Όπως επισημαίνει ο εργατολόγος, αυτή πρέπει να υπολογίζεται με βάση τις πραγματικές τακτικές αποδοχές του εργαζομένου. Ωστόσο, όταν οι επίσημα δηλωμένες αποδοχές είναι χαμηλότερες από εκείνες που πραγματικά καταβάλλονταν ή οφείλονταν, ο εργαζόμενος μπορεί να χρειαστεί να αποδείξει το πραγματικό ύψος των αποδοχών του και να διεκδικήσει τη διαφορά δικαστικά.
Τι πρέπει να κάνουν οι εργαζόμενοι για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους
Ο Διονύσης Ρίζος υπογραμμίζει ότι οι εργαζόμενοι που θεωρούν πως έχουν υποστεί απώλειες εξαιτίας υποδηλωμένης εργασίας πρέπει να κινηθούν μεθοδικά, συγκεντρώνοντας αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις πραγματικές συνθήκες απασχόλησής τους.
Στα στοιχεία που μπορούν να αξιοποιηθούν περιλαμβάνονται τα προγράμματα βαρδιών, τα μηνύματα με τους υπευθύνους των καταστημάτων, τα ιστορικά διανομών και οι φωτογραφίες. Πρόκειται για υλικό που μπορεί να συμβάλει στην απόδειξη των πραγματικών ωρών εργασίας, εφόσον προκύπτει με σαφήνεια η απασχόληση του εργαζομένου.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να ελέγξουν το ασφαλιστικό ιστορικό τους στον e-ΕΦΚΑ και να συγκρίνουν τις αποδοχές που εμφανίζονται δηλωμένες με εκείνες που πραγματικά λάμβαναν.
Σε περίπτωση διαπίστωσης παραβάσεων, μπορούν να προχωρήσουν σε καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας για ζητήματα ωραρίου και εργασιακών παραβάσεων, αλλά και στον e-ΕΦΚΑ για τις ασφαλιστικές εισφορές που δεν έχουν αποδοθεί σύμφωνα με την πραγματική απασχόλησή τους.
Για τις μισθολογικές διαφορές έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν δικαστικές αξιώσεις, με τον εργατολόγο να επισημαίνει ότι οι σχετικές απαιτήσεις υπόκεινται κατά κανόνα σε πενταετή παραγραφή.
Ιδιαίτερη προσοχή, τέλος, χρειάζεται κατά την υπογραφή εγγράφων που ενδέχεται να επηρεάσουν τις μελλοντικές διεκδικήσεις τους. Ο Διονύσης Ρίζος συνιστά στους εργαζόμενους να μην υπογράφουν δηλώσεις παραίτησης από απαιτήσεις, εξοφλητικά σημειώματα ή διορθωτικές δηλώσεις ωραρίου χωρίς να έχει προηγηθεί νομικός έλεγχος.
Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στην καταβολή των δεδουλευμένων που εκκρεμούν. Για τους χιλιάδες εργαζόμενους του δικτύου, η αποκατάσταση των πραγματικών αποδοχών και της ασφαλιστικής τους εικόνας αποτελεί εξίσου κρίσιμο ζήτημα, καθώς οι συνέπειες της υποδηλωμένης εργασίας μπορεί να τους ακολουθούν ακόμη και μετά τη λήξη της εργασιακής τους σχέσης.






