Καταναλωτικά δάνεια: Οι αλλαγές που έρχονται σε πανωτόκια - Οι λεπτομέρειες στα ψιλά γράμματα

Πρέπει να σημειωθεί πως σημαντικό μέρος των ρυθμίσεων που προαναγγέλθηκαν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αποτελεί αυτόνομη εθνική πρωτοβουλία, αλλά συμμόρφωση με ευρωπαϊκές υποχρεώσεις και μάλιστα με κοινοτική Οδηγία του 2023.
Το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης που θα προστατεύει τους καταναλωτές από καταχρηστικές συμπεριφορές αναφορικά με καταναλωτικά δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ, χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, επιχειρήθηκε να παρουσιασθεί έως πρωτοβουλία της κυβέρνησης που βάζει «τέλος στα ψιλά γράμματα».
Η βασική πρόβλεψη του νομοσχεδίου είναι η επιβολή ανώτατου ορίου στο συνολικό ποσό αποπληρωμής. Σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο, ο δανειολήπτης δεν θα μπορεί να κληθεί να επιστρέψει ποσό μεγαλύτερο από το αρχικό κεφάλαιο κατά 30% έως 50%. Η ρύθμιση αυτή, αν εφαρμοστεί αυστηρά, μπορεί να βάλει φρένο σε περιπτώσεις όπου μικρά καταναλωτικά δάνεια διογκώνονται υπέρμετρα λόγω τόκων, προμηθειών και επιβαρύνσεων.
Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Το νομοσχέδιο δεν απαντά ακόμη με σαφήνεια στο τι ακριβώς θα περιλαμβάνεται στο «συνολικό κόστος» του δανείου. Αν δεν ενταχθούν ρητά όλες οι χρεώσεις, οι τράπεζες και οι εταιρείες χρηματοδότησης θα μπορούσαν να μεταφέρουν μέρος του κόστους σε προμήθειες, ασφαλιστικά προϊόντα ή υποχρεωτικές συνοδευτικές υπηρεσίες.
Πρέπει να σημειωθεί πως σημαντικό μέρος των ρυθμίσεων που προαναγγέλθηκαν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αποτελεί αυτόνομη εθνική πρωτοβουλία, αλλά συμμόρφωση με ευρωπαϊκές υποχρεώσεις και μάλιστα με την κοινοτική Οδηγία (ΕΕ) 2023/2225. Η ενσωμάτωση διατάξεων όπως η ενίσχυση της διαφάνειας, το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών και ο έλεγχος καταχρηστικών όρων απορρέουν από υφιστάμενες κοινοτικές οδηγίες για την καταναλωτική πίστη και την προστασία των καταναλωτών. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, όφειλε να προσαρμόσει το εθνικό της δίκαιο στο επικαιροποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ιδίως υπό το πρίσμα της νεότερης οδηγίας για την πρόληψη της υπερχρέωσης. Υπό αυτή την έννοια, η παρέμβαση δεν συνιστά αποκλειστικά κυβερνητική επιλογή, αλλά και θεσμική αναγκαιότητα.
Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο δημιουργεί σαφείς παρενέργειες στον ανταγωνισμό της αγοράς χρηματοδότησης. Η επιβολή ανώτατου ορίου στο συνολικό κόστος αποπληρωμής —30% έως 50% πάνω από το αρχικό κεφάλαιο— περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα τιμολόγησης του κινδύνου. Αυτό πλήττει κυρίως τις εταιρείες fintech, οι οποίες βασίζουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο στην ταχεία χορήγηση δανείων και στην ευελιξία αξιολόγησης πελατών που συχνά απορρίπτονται από τις τράπεζες.
Σε αντίθεση με τα πιστωτικά ιδρύματα, που διαθέτουν μεγαλύτερη κεφαλαιακή επάρκεια και διαφοροποιημένες πηγές εσόδων, οι fintech στηρίζονται σε υψηλότερα περιθώρια απόδοσης για να αντισταθμίσουν τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο. Με την επιβολή πλαφόν, το περιθώριο αυτό συρρικνώνεται, καθιστώντας δυσκολότερη τη λειτουργία τους και περιορίζοντας την ικανότητά τους να εξυπηρετούν πιο «επισφαλείς» δανειολήπτες.
Παράλληλα, η αυστηροποίηση των κανόνων διαφάνειας και ο περιορισμός πρόσθετων χρεώσεων αφαιρούν από τις fintech σημαντικά εργαλεία τιμολόγησης, όπως προμήθειες ή συνοδευτικές υπηρεσίες. Αυτό οδηγεί σε ένα πιο άκαμπτο ρυθμιστικό περιβάλλον, το οποίο ευνοεί τους καθιερωμένους παίκτες της αγοράς —δηλαδή τις τράπεζες— που ήδη λειτουργούν υπό αυστηρή εποπτεία και έχουν μεγαλύτερη αντοχή σε χαμηλότερες αποδόσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ το νομοσχέδιο ενισχύει σε κάποιο βαθμό την προστασία των καταναλωτών, ταυτόχρονα αναδιαμορφώνει τον ανταγωνισμό στην αγορά. Με την πρώτη ματιά, οι τράπεζες φαίνεται να αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα, έναντι των fintech.
Τέλος, το νέο πλαίσιο μπορεί να έχει επιπτώσεις και στους servicers. Πως; Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) ενδέχεται να επηρεαστούν έμμεσα μέσω του πλαφόν στο συνολικό ποσό αποπληρωμής. Εάν η ρύθμιση εφαρμοστεί και σε υφιστάμενα δάνεια ή ληφθεί υπόψη στις ρυθμίσεις οφειλών, τότε περιορίζεται το περιθώριο αύξησης της απαίτησης μέσω τόκων υπερημερίας και πρόσθετων χρεώσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι servicers θα έχουν μικρότερο «χώρο» να διαμορφώνουν σενάρια αποπληρωμής που βασίζονται σε αυξημένες επιβαρύνσεις. Ο αυστηρότερος δε, έλεγχος καταχρηστικών όρων μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο προτείνουν ρυθμίσεις στους δανειολήπτες. Οι συμφωνίες αναδιάρθρωσης θα πρέπει να είναι πιο σαφείς, απλές και πλήρως τεκμηριωμένες, μειώνοντας την ευελιξία που είχαν μέχρι σήμερα σε πιο σύνθετα σχήματα ρύθμισης.
Παραδείγματα
-Αν κάποιος πάρει δάνειο 10.000 ευρώ, θα ξέρει ότι δεν θα πληρώσει πάνω από περίπου 13.000–15.000 ευρώ συνολικά. Αυτό τον προστατεύει από υπερβολικές χρεώσεις. Από την άλλη, αν έχει χαμηλό εισόδημα και ζητήσει 7.000 ευρώ, μπορεί να μην του εγκριθεί καθόλου το δάνειο, γιατί ο δανειστής δεν μπορεί πλέον να καλύψει τον κίνδυνο με υψηλότερο κόστος.
-Μια τράπεζα που δίνει δάνειο 15.000 ευρώ δεν μπορεί πλέον να ανεβάσει πολύ το συνολικό κόστος. Άρα κερδίζει λιγότερα από τόκους. Όμως, επειδή έχει πιο «σίγουρους» πελάτες και περισσότερους πόρους, μπορεί πιο εύκολα να συνεχίσει να δίνει δάνεια σε σχέση με άλλους παίκτες.
-Μια fintech που έδινε εύκολα δάνεια 5.000 ευρώ σε πελάτες που οι τράπεζες απέρριπταν, τώρα δυσκολεύεται. Δεν μπορεί να βάλει υψηλό κόστος για να καλύψει το ρίσκο. Άρα είτε σταματά να δίνει τέτοια δάνεια είτε απορρίπτει περισσότερους πελάτες.
-Αν κάποιος χρωστά 8.000 ευρώ και καθυστερεί, μέχρι σήμερα το ποσό μπορούσε να αυξηθεί πολύ με τόκους και χρεώσεις. Με το νέο πλαίσιο, αυτό περιορίζεται. Ο servicer θα πρέπει να προτείνει πιο «λογικές» ρυθμίσεις και δεν θα μπορεί να ανεβάζει τόσο εύκολα το συνολικό χρέος.






