Header Ads

«Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ»: Οι δύο όψεις της ελληνικής οικονομίας

eurokinissi

Η «φωτεινή» και η «σκοτεινή» όψη της ελληνικής οικονομίας.

Με χαρακτηριστικά «Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» εμφανίζεται η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, η οποία σκιαγραφεί μια διττή πραγματικότητα: από τη μία πλευρά ρυθμούς ανάπτυξης και θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και από την άλλη μισθούς, αγοραστική δύναμη και συνθήκες διαβίωσης που παραμένουν καθηλωμένες, απομακρυνόμενες ολοένα και περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η «φωτεινή» όψη της οικονομίας καταγράφει αύξηση του ΑΕΠ και ονομαστικές μισθολογικές ενισχύσεις, στοιχεία που σε πρώτη ανάγνωση δημιουργούν την εικόνα μιας χώρας σε τροχιά ανάκαμψης.

Ωστόσο, η «σκοτεινή» πλευρά αποκαλύπτεται όταν οι αποδοχές προσαρμοστούν στο πραγματικό κόστος ζωής. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, οι Έλληνες εργαζόμενοι όχι μόνο υστερούν σε σχέση με τους συναδέλφους τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά βρίσκονται πλέον πίσω και από εργαζόμενους σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Όπως επισημαίνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, αυτή η αντίφαση δεν είναι συγκυριακή αλλά βαθιά δομική. Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε μια αδύναμη παραγωγική βάση, με περιορισμένη βιομηχανική απασχόληση και έντονη εξάρτηση από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Έτσι, ενώ το ΑΕΠ αυξάνεται, η ανάπτυξη αυτή δεν «περνά» στους μισθούς ούτε μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα, σε όρους αγοραστικής δύναμης, ανήλθε στις 21.486 μονάδες, μόλις στο 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πρόκειται για μια εικόνα σαφώς επιδεινωμένη σε σχέση με το παρελθόν, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 90% πριν από την οικονομική κρίση. Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ωρομίσθιο, το οποίο παραμένει αισθητά χαμηλότερο όχι μόνο από τις χώρες του πυρήνα της ΕΕ, αλλά και από οικονομίες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν λιγότερο ανεπτυγμένες.

Η διττή αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται και στη σύνθεση της ανάπτυξης. Η κατανάλωση των νοικοκυριών εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό «καύσιμο» του ΑΕΠ, αντιστοιχώντας σχεδόν στα δύο τρίτα της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ οι επενδύσεις, αν και αυξάνονται, κατευθύνονται κυρίως στην κατοικία και όχι σε παραγωγικούς τομείς που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τους μισθούς. Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, υπογραμμίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και την απουσία ισχυρού μεταποιητικού πυλώνα.

Η «σκοτεινή» όψη της ελληνικής οικονομίας γίνεται ακόμη πιο εμφανής στους δείκτες διαβίωσης. Ένα σημαντικό ποσοστό μισθωτών ζει σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης, ενώ η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όπως η θέρμανση της κατοικίας ή η έγκαιρη πληρωμή λογαριασμών και στεγαστικών υποχρεώσεων, παραμένει εκτεταμένη. Το κόστος στέγασης απορροφά δυσανάλογο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, με την Ελλάδα να καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

#ΕΛΛΗΝΙΚΗ_ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ #ΓΣΕΕ #ΑΕΠ #ΜΙΣΘΟΣ #ΔΙΑΒΙΩΣΗ
Η συνέχεια εδώ
Από το Blogger.